Ἀπολυτίκιον, τῆς Πεντηκοστῆς Ἦχος πλ. δ' Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Η Αγία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου


Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος, τοῦ ὀφθέντος ποτέ, ἐν Βλαχέρναις Βύζαντος,
τῆς μόνης τὸν ποιητὴν ἡμῶν καὶ Κύριον, τεκούσης ἄνευ φθορᾶς·
τὸ Ἱερὸν γὰρ μαφόριον ἥπλωσε
καὶ πάντας τοὺς εὐσεβεῖς, περισκεπάσασα χαρίτων ἐνέπλησε,
καὶ πρὸς εὐφροσύνην θείαν συγκαλεῖται ἅπαντας,
τοῦ βοᾶν γηθοσύνως, χαῖρε Σκέπη πιστοὺς σκέπουσα.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία του Αγίου Δημητρίου


Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Διοκλητιανός παρακινούμενος από τον Καίσαρα Γαλέριο, μέλος της «Τετραρχίας», εξαπέλυσε αληθινό πόλεμο εναντίον των χριστιανών. Ο χριστιανισμός, που είχε εξαπλωθεί από την Παλαιστίνη έως τον Πόντο και από την Μικρασία έως την κυρίως Ελλάδα και την Ιταλία, έχει να επιδείξει την εποχή αυτήν αναρίθμητες θυσίες και μαρτυρικούς θανάτους σε πόλεις όπως: η Αλεξάνδρεια, η Σμύρνη, η Αντιόχεια, η Θεσσαλονίκη, αλλά και σε περιοχές όπως η Κρήτη και η Κύπρος, με αποτέλεσμα, η εποχή αυτή να μείνει γνωστή στην ιστορία ως «εποχή μαρτύρων» του χριστιανισμού.

Με τον ερχομό του 4ου αι. ο χριστιανισμός είχε ήδη εδραιωθεί στην πόλη τής Θεσσαλονίκης, με πολυάριθμους χριστιανούς και Εκκλησίες οργανωμένες κατά τα πρότυπα της διδασκαλίας των Άγιων Αποστόλων. Εκλεκτό μέλος της των Θεσσαλονικέων Εκκλησίας ήταν και ο Άγιος Δημήτριος, ο όποιος προήρχετο από ευσεβείς γονείς, από τους πλέον επισήμους «άρχοντας των Μακεδόνων», «πατέρας θαυμαστώ τω γένει, πολύ δέ τη ψυχή θαυμαστότερος». Είχε δε προικιστεί παρά του Δωρεοδότου παντός αγαθού με πλήθος σωματικών και πνευματικών χαρισμάτων. «Γένους σεμνότητος, ουσίας άφθονου, ισχύος σώματος, κάλλους ίσότης, ηθών ευγένεια καί ή διά πάντων τούτων αρμονία καί σύμβασις»2. Εις τά χαρίσματα αυτά προσετέθη ή μόρφωσις καί ή παιδεία, «ή τών λόγων άσκησις εγγύς συνέφυ»1. Με την πνευματική του υπεροχή την ωραία εμφάνιση, την ευσέβεια και την ηθική του γενναιότητα ο Δημήτριος έγινε πολύ γρήγορα γνωστός σε ολόκληρη την πόλη, «άντί ψυχής τή πόλει καθίσταται»4 και προεβλήθη ώς ιδεώδες τελείου άνθρωπου. Καταγινόταν δε κυρίως εις το να μαθαίνει το καλό και να γυμνάζεται στην πολεμική τέχνη, διότι αυτό συνδυάζει άριστα τη φρόνηση και την ανδρεία με τη στρατηγική πείρα. Η φήμη του έφθασε και μέχρι του βασιλέως Μαξιμιανού Γαλερίου, ο όποιος εκτιμώντας τις αρετές του τον προσέλαβε αρχικώς ως μέλος της συγκλήτου της πόλεως και εν συνεχεία τον τίμησε με το αξίωμα του Δουκός, διορίζοντάς τον στρατηγό όλης της Θεσσαλίας.

Ως χριστιανός ο Δημήτριος, δεν περιορίστηκε μόνον στη λατρεία του μόνου και αληθινού Θεού, αλλά προχώρησε με ζέση και ζήλο στο ιεραποστολικό έργο, φωτίζοντας και διδάσκοντας τόσο με τη φωτεινή παρουσία του, όσο και με τούς «θείας εμπνεύσεως» ήρτυμένους κατηχητικούς λόγους του, σπείροντας τον σπόρο του Ευαγγελίου στην αγαθή των Θεσσαλονικέων γη, για να προσφέρει μέχρι σήμερα ή Θεσσαλονίκη ευχύμους τούς καρπούς τής πίστεως. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο «σοφός, παρθένος και όσιος και, ως ειπείν πάγκαλος τε και παναμώμητος και φύσει και σπουδή και χάριτι λαμπρυνόμενος»5 Δημήτριος, ανεδείχθη διδάσκαλος και απόστολος. Η μόρφωση και η παιδεία του με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, κατέστη «όπλον και άμυντήριον ένυπόστατον» και οικοδομικό εργαλείο και γεωργική σκαπάνη και άροτρο και αλιευτική σαγήνη και ό,τι άλλο παρόμοιο, ώστε «ουδείς είχεν άντιστήναι τη του Δημητρίου σοφία και τω Πνεύματι ο έλάλει». Καλλιεργώντας έτσι ο Δημήτριος τον αμπελώνα του Κυρίου της αγαπημένης του πόλεως, «καταγραφών τά ρήματα τής αιωνίου ζωής» στις καρδιές των Θεσσαλονικέων ειδωλολατρών, περιέλαβε στη σαγήνη του κηρύγματος του, εκτός της Θεσσαλονίκης, την Αττική και την Αχαΐα, ώστε να καταστεί από τότε ακόμη «θαύμα έν λόγοις θείοις Δημήτριος καί εύωδία Χρίστου». Ο Μάρτυς συνήθιζε να διδάσκει στην «χαλκευτική στοά» σε υπόγειο του Ναού τής Αειπαρθένου Θεομήτορος, πού ονομαζόταν Καταφυγή, κοντά στο δημόσιο λουτρό.
Ήδη ο αυτοκράτωρ Μαξιμιανός Έρκούλιος ευρισκόμενος στη Θεσσαλονίκη, για να συγκεντρώσει στρατό εναντίον των Ισαύρων, εκτιμώντας το λαμπρό, περίδοξο και περίβλεπτο γένος του Δημητρίου, ως επίσης και τις αρετές πού συγκέντρωνε, τον είχε ανακηρύξει ανθύπατο και αυθέντη όλης της Ελλάδος δίδοντας του την ανάλογη στρατιωτική στολή, το δακτύλιο και τον υπατικό ωρατίωνα, τα όποια έφερε ως διακριτικά της στρατιωτικής εξουσίας του, αλλά και ως μυστικά σύμβολα τής διδασκαλικής αξίας και προεδρίας, που μυστικά του χάρισε ο αληθινός και Ουράνιος Βασιλεύς του, ο Χριστός.
Ο Μαξιμιανός, αφού υπέταξε τους Σκύθες καί τους Σαυρομάτες, επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος θυσιάζοντας στα είδωλα από όσες πόλεις διάβαινε. Ήρθε και στη Θεσσαλονίκη και μερικοί από τους ειδωλολάτρες της πόλης, έχοντας στην καρδιά τους τον Πονηρό και επιθυμώντας να τιμηθούν από τον βασιλιά του είπαν: «Μεγαλειώτατε, σέ παρακαλοΰμεν νά μας ακούσεις, διότι επιθυμούμε το συμφέρον της βασιλείας σου. Γνώρισε λοιπόν, πως ο Δημήτριος, ο οποίος τιμήθηκε με το βαθμό του ηγεμόνα τής Θεσσαλίας, αρνήθηκε την παραδοσιακή θρησκεία και πιστεύει στον Χριστό, εκείνον τον όποιον σταύρωσαν οι Εβραίοι. Επιπλέον, κηρύττει φανερά αυτόν τον Χριστό ως Θεό αληθινό. Και καθημερινώς ακούνε τούς πλανεμένους λόγους του οι άνθρωποι, αφήνουν την θρησκεία τους και γίνονται Χριστιανοί».

Ο βασιλιάς, όταν άκουσε αυτά τα λόγια, κατ’ αρχάς λυπήθηκε, διότι θα έχανε τέτοιον άνθρωπο, έπειτα όμως, θέλοντας να διαπιστώσει και ο ίδιος την αλήθεια, διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Επήγαν οι άνθρωποι του βασιλιά στην «Καταφυγήν» και βρήκαν τον Άγιο καθήμενο και διδάσκοντα τον λόγο του Θεού, οπότε τον άρπαξαν αμέσως και τον παρουσίασαν στον βασιλιά. Ο Άγιος δεν αντιστάθηκε καθόλου, άλλά με χαρά στάθηκε μπροστά του. Ο βασιλιάς λέει προς τον Δημήτριο: «Τέτοια τιμή περίμενα να μου δώσεις; Έτσι ήλπιζα να με τιμάς και σε ανεβίβασα σε τέτοιο βαθμό; Εγώ σε ανέδειξα ηγεμόνα τής Θεσσαλονίκης και συ ούτε ένα μίλι δεν εξήλθες της πόλεως δια να με προϋπαντήσεις;» Άκουσας αυτά ο Άγιος απήντησε: «Βασιλιά μου, εγώ τιμώ την βασιλεία σου, τιμώ όμως περισσότερο από εσένα τον Θεό του ουρανού και τής γης, ο οποίος είναι βασιλιάς όλου του κόσμου». «Και ποιος είναι ο Θεός σου και βασιλεύς;». Ο Άγιος απήντησε: «Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εκείνος είναι Θεός αληθινός και Βασιλεύς Παντοκράτωρ». Ο βασιλιάς του λέγει πάλι: «Λοιπόν αυτόν πιστεύεις εσύ και δια τούτο δεν καταδέχεσαι εμάς, αναξιε τής τιμής; Και τι καλό είδες από τον Χριστό σου και τον έχεις Θεό και Βασιλέα; Δεν είναι θεός ο Ζευς, ο Απόλλων και οι λοιποί, άλλά ο Χριστός σου; Δεν σε τίμησα εγώ και σε διόρισα ηγεμόνα της Θεσσαλίας; Αυτά αποδίδεις σε εμάς, αχάριστε άνθρωπε; Τέτοιος φαίνεσαι προς τούς μεγάλους θεούς και εμάς; Εγώ λοιπόν θα σου ανταποδώσω κατά την μολυσμένη γνώμη σου. Θα βασανισθείς και θα τιμωρηθείς με πολλά βάσανα για να μάθεις ποιος είμαι εγώ και ποιος είσαι εσύ, και τι μπορεί να κάνει ο Θεός σου για σένα». Ο Άγιος απεκρίθη: «Βασιλιά, τις τιμωρίες και τα βάσανα με τα όποια με απειλείς, εγώ τα θεωρώ ως χαρά και αγαλλίαση. Διότι αυτά θα μου χαρίσουν τη βασιλεία των ουρανών και ατελείωτη τιμή». Ο βασιλιάς θύμωσε υπερβολικά εναντίον του Δημητρίου. Έπειτα όμως, θέλοντας να ταπεινώσει τη γνώμη του, πρόσταξε να τον φυλακίσουν, συλλογιζόμενος ότι, αν καταφρονηθεί και φυλακισθεί, θ' αναγκασθεί να αλλάξει γνώμη. Επήραν οι στρατιώτες τον Άγιο και τον οδήγησαν σε τόπο ακάθαρτο. Δηλαδή σε λουτρό παλαιό στα υπόγεια του οποίου χύνονταν απόνερα. Εισερχόμενος ο Άγιος στον τόπο εκείνο, είδε μπροστά του ένα μεγάλο σκορπιό ο όποιος προσπαθούσε να τον κεντρίσει. Ό Άγιος εποίησε το σημείο του Τιμίου Σταύρου και είπε: «Είς τό όνομα του Ιησού Χριστού, ο οποίος είπε να πατάμε επάνω όφεων και σκορπιών και επί πασαν την δύναμιν του εχθρού» (Λουκ. Ι' 19). Αυτό είπε και πάτησε εκείνον τον σκορπιό, και αμέσως εμφανίσθηκε Άγγελος Κυρίου επάνω αυτού, κρατώντας στεφάνι χρυσό, και είπε προς αυτόν: «Χαίρε Δημήτριε στρατιώτα του Χριστού, έχε θάρρος, ενδυναμού και νίκα τούς εχθρούς σου». Και έβαλε το στεφάνι στο κεφάλι του μάρτυρα. Ο Άγιος παρέμεινε στον βρωμερό εκείνο τόπο, στερημένος από τη συναναστροφή ανθρώπων, παρηγορούμενος υπό του Θεού. Ο παράνομος βασιλιάς, χαίρονταν να βλέπει στις θυσίες των ειδώλων αιματοχυσίες και φόνους ανθρώπων. Πρόσταξε τότε να εκτελέσουν τον αγώνα του πεντάθλου, διότι οι βασιλείς των Ελλήνων είχαν αυτή τη συνήθεια. Σε όποια πόλη πήγαιναν για πρώτη φορά, έβαζαν τούς ανθρώπους και έτρεχαν, πάλευαν, έριχναν τον λίθο, πηδούσαν και σκόπευαν με τα δόρατα συγκεκριμένους στόχους. Αυτά τα πέντε αγωνίσματα τα ονόμαζαν πένταθλο και όποιος νικούσε σε ένα από αυτά, τον τιμούσαν οι βασιλείς και του πρόσφεραν δώρα. Ο βασιλιάς κάθισε σε τόπο υψηλό για να βλέπει τα αγωνίσματα. Ένας από αυτούς πού πάλευαν ήταν άνθρωπος του βασιλιά και ονομαζόταν Λυαίος και ήταν από την πόλη Ουάνδηλα της Σκυθίας.
Ήταν ψηλός και δυνατός και ο βασιλιάς τον είχε μαζί του για να του προξενεί τιμή και έπαινο. Επιπλέον δε, ο βασιλιάς για τις νίκες του, του χάριζε πλούσια δώρα. Κάποιος νέος από την Θεσσαλονίκη, ωραίος στην όψη, ο Άγιος Νέστορας, ο οποίος ήταν κρυφός χριστιανός και γνωστός του Αγίου Δημητρίου, βλέποντας τον Λυαίο να φονεύει τούς ανθρώπους και ο βασιλιάς να ευχαριστείται για τις νίκες του, αλλά και θέλοντας να δει τη δύναμη του αληθινού Χριστού του Θεού, πήγε στο λουτρό πού ήταν φυλακισμένος ο Άγιος Δημήτριος και του είπε: «Δούλε του Θεού, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και αύθέντα μου, ο μιαρός βασιλιάς χαίρεται με τις πράξεις του Λυαίου. Η ψυχή μου επιθυμεί να παλέψει μαζί του, μόνον ευλόγησόν με και ενδυνάμωσαν με να υπάγω να τον νικήσω». Τότε ο Άγιος Δημήτριος εποίησε το σημείο του σταυρού στο μέτωπο του Νέστορος και του είπε: «Ύπαγε και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις». Αναχώρησε λοιπόν ο Νέστορας και πήγε στον τόπο όπου γινόταν ο αγώνας τής πάλης και αμέσως φώναξε: «Ω Λυαίε, έλα να παλέψουμε οι δύο». Ο βασιλιάς, ο όποιος καθόταν σε ψηλότερο μέρος, μόλις είδε τον Νέστορα, νέο στην ηλικία, είκοσι περίπου ετών, μήνυσε σ’ αυτόν να πάει μπροστά του και του είπε: «Νεανία, δεν λυπήθηκες τη ζωή σου, αλλά ήλθες να παλέψεις με τον Λυαίο; Δεν βλέπεις πόσους νίκησε; Δεν βλέπεις πόσα αίματα έχυσε; Δεν λυπάσαι την ομορφιά και τα νιάτα σου; Μήπως αναγκάζεσαι από τη πτωχεία να επιθυμείς τον θάνατο σου; Δεν πρέπει όμως να συμπλακείς με τον Λυαίο για να μη θανατωθείς. Αν δε είσαι πτωχός, να σε πλουτίσω εγώ, μόνο να μην απολέσεις τη ζωή σου». Ο Νέστορας απάντησε στο βασιλιά: «Εγώ πτωχός δεν είμαι, ούτε καταφρονώ τη ζωή μου, αλλά και πλούτο έχω και τη ζωή μου αγαπώ. Θέλω όμως να παλέψω με τον Λυαίο για να λάβω τιμή, διότι αν και είμαι πλούσιος, τιμή όμως δεν έχω, επομένως τι θέλω τον άτιμον πλούτον; Αγαπώ λοιπόν να τιμηθώ και να φανώ καλύτερος από τον Λυαίο, διά τούτο αποφασίζω να κινδυνεύσω». Όταν ο βασιλιάς είδε ότι ο νέος δεν ακούει, τον άφησε. Ο Άγιος Νέστωρ, αμέσως πλησίασε τον Λυαίο, έρριψε το επανωφόριό του και φώναξε: «Ο Θεός του Δημητρίου βοήθει μοι». Αμέσως με το σπαθί του χτύπησε τον Λυαίο στο κέντρο της καρδίας του, οπότε αυτός έπεσε νεκρός. Ο βασιλιάς ταράχθηκε. Κάλεσε τον Νέστορα και του είπε: «Νέε, με ποιες μαγείες νίκησες τον Λυαίο; Αυτός φόνευσε τόσους ανθρώπους δυνατότερους από εσένα και εσύ πώς τον θανάτωσες;». Ο Άγιος Νέστορας απεκρίθη: «Εγώ βασιλιά μου δεν ενίκησα τον Λυαίο με μαγείες, αλλά με τη δύναμη του Ιησού Χριστού, του αληθινού Θεού». Ο βασιλιάς εξοργίστηκε και διέταξε έναν από τούς άρχοντες, τον Μαρκιανό, να εκβάλει τον Νέστορα έξω από τη λεγόμενη Χρυσή Πύλη και να τον αποκεφαλίσει με το σπαθί του. Και έτσι ετελειώθη ο Άγιος Νέστωρ κατά τον λόγο του Αγίου Δημητρίου.


Ο βασιλιάς με λύπη αναχώρησε για το παλάτι, μονολογώντας: «Μα την δύναμη των μεγάλων θεών, από μαγείες φονεύθηκε σήμερα ο φίλος μου ο Λυαίος». Μόλις έμαθε ότι ο Λυαίος φονεύθηκε με οδηγίες του Δημητρίου, πρόσταξε τούς στρατιώτες να υπάγουν στο λουτρό και να φονεύσουν τον Άγιο Δημήτριο «ο φιλών με, απελθών, βαλέτω Δημήτριον». Επήγαν οι στρατιώτες και ελόγχευσαν τον Άγιο με τις λόγχες τους σε όλο του το σώμα. Ο πρώτος λογχισμός ήταν στη δεξιά του πλευρά, διότι μόλις τους είδε ο Άγιος, ύψωσε μόνος του την δεξιά του χείρα για να τον λογχεύσουν. Με αυτό το μαρτύριο ετελειώθη ο Άγιος Δημήτριος. Ευλαβείς χριστιανοί ήλθαν κρυφά, για το φόβο του βασιλιά, στο λουτρό εκείνο και ενταφίασαν το λείψανο στο μέρος εις το όποιο ετελειώθη.
Κάποιος φίλος του Αγίου, ο Λούπος, ο οποίος βρισκόταν εκεί κατά την ώρα του μαρτυρίου, έβγαλε το δαχτυλίδι του Αγίου από το δεξί του δάκτυλο και πήρε το μανδήλιόν του και το επανωφόριόν του από τους ώμους του και τα έβαψε στο αίμα του Μεγαλομάρτυρα και μ’ αυτά ενεργούσε θαύματα πολλά. Αρρώστους γιάτρευε και δαιμονισμένους θεράπευε. Ο βασιλιάς, μόλις τα έμαθε αυτά, έστειλε στρατιώτες και αποκεφάλισαν τον Λούπον σε κάποιον τόπο ονομαζόμενο Τριβουνάλιον.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ετελειώθη «ο αυτόχθων ημίν και ημεδαπός Πολιούχος, το μέγα τής οικουμένης θαύμα, το μέγα της ιεράς εκκλησίας ωράισμα, ο πολύς τα πάντα, και θαυματουργός και Μυροβλήτης Δημήτριος». Ο Πανένδοξος και Καλλίνικος Μάρτυς, υπήρξε «ηγαπημένος τοϋ Χρίστου μαθητής ή παίς ή φίλος άκρος και οικειότατος», ομοιάζοντας προς Αυτόν ως προς τα μαρτύρια τα όποια υπέστη, την απέραντη καρτερία του και ως προς την διδαχή την οποίαν ανέλαβε «κατά χάριν του Δεσπότου μίμησιν»6. Ό μαρτυρικός του θάνατος ονομάσθηκε «Χριστομίμητος σφαγή», διότι ώς αναφέρει ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας απευθυνόμενος προς τον Άγιο: «Έμαρτύρησεν εκείνος επί Ποντίου Πιλάτου τήν καλήν όμολογίαν, έμαρτύρησας καί αυτός τήν καλήν όμολογίαν έκείνω. Δεδεμένον έμαθες έδέθης αυτός. Έδέξατο τη πλευρά τήν πληγήν ό Δεσπότης καί σύ τούτω τα μέρει τά πληγάς έκείνας έδέξω. Υπέρ ανθρώπων εκείνος είλετο τήν τελευτήν υπέρ αυτού καί τών ανθρώπων έτελεύτησας αυτός. Ω Χριστού μέν εταίρε, Χριστού δέ μιμητά». «Πασα δέ ή πόλις παρρησιαζόμεθα τήν εύσέβειαν, έπί τω μαρτυρίω τοϋ Μεγάλου Δημητρίου καυχώμενοι». Και αυτό διότι ο μέγας εν τοις αγίοις αυτού Θεός ημών θέλοντας να αντιδοξάσει τον δοξάσαντα Αυτόν Μάρτυρα, οικονόμησε ώστε να αναβλύσει ή αγάπη του Άγιου, χαρίζοντας την ίαση εκ των σωματικών και ψυχικών ασθενειών δια του μύρου πού άρχισε να εκρέει από το λογχισμένο πάναγνο σώμα του Αθλοφόρου. Μπροστά λοιπόν σε μία τέτοια αγάπη και στις τόσες δωρεές του Μάρτυρα, «τις ημίν ισχύς πρός άνταπόδοσιν πολλαπλασιάζομεν αύτώ τήν πανήγυριν», ώστε το Μαρτύριο του Αγίου να μη σταματά το θαυμασμό και μόνον των πιστών εγκωμιαστών του, αλλά και να ενεργεί μυστικώς στην καρδιά του κάθε χριστιανού, ούτως ώστε ο πιστός να μιμείται έργω πλέον τον Άγιο, διότι κατά τούς Πατέρες τής Εκκλησίας, «τιμή Μάρτυρος, μίμησις αυτού».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Ιωακείμ "Ιβηρίτου, "Ιωάννου Σταυρακίου, «Λόγος εις τά θαύματα τοϋ Αγίου Δημητρίου», Μακεδόνικα, τόμ. 1ος, Θεσσαλονίκη 1940, σελ. 336.
2. Θεοδώρου Μετοχίτου, «Εις τόν Άγιον Μεγαλομάρτυρα καί Μυροβλήτην Δημήτριον», Μακεδόνικα, τόμ. 4ος (1955-1960), Θεσσαλονίκη 1960, σελ. 59.
3. Ένθ. άνω Γ.
4. Αυτόθι
5. Ιωάννου, "Υμνος είς τόν θείον καί πανένδοξον Δημήτριον κ.λπ., φ. 53α.
6. Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία ΝΓ, Είς τόν έν Άγίοις Μεγαλομάρτυρα καί θαυματουργόν Μυροβλύτην Δημήτριον, PG 151, 136.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Η εορτή του Αγίου Δημητρίου στην Καλλιμασιά

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΚΤΗΤΟΡΙΚΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ


Την Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009 πανηγυρίζει την ετήσιά του εορτή, του Αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου, το κτητορικό παρεκκλήσιο του Αγίου Δημητρίου στην Καλλιμασιά κατά το ακόλουθο πρόγραμμα:

ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
17:30 Πανηγυρικός Εσπερινός μετά αρτοκλασίας

ΔΕΥΤΕΡΑ 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
07:00 Πανηγυρικός Όρθρος μετά αρτοκλασίας και Θεία Λειτουργία

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΑΣ

ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΟΜΑΔΑ ΣΚΑΚΙ

Προπονητής: Μιχάλης Κουνέλης

ΣΑΒΒΑΤΟ 12:30 μ.μ. - 1:30 μ.μ. Ενοριακή αίθουσα


ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ

Εκπαιδευτής: Μιχάλης Γ. Ψαλτάκης

ΣΑΒΒΑΤΟ 5 μ.μ. - 8 μ.μ. (4 τμήματα) Ενοριακή αίθουσα


ΕΝΟΡΙΑΚΕΣ ΜΑΘΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΕΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ

Γυμνασίου: 11 π.μ. - 12 μ. Ενοριακή αίθουσα - π. Γεώργιος Κωνσταντίνου, Κώστας Καρατζάς

Δημοτικού Σχολείου: 12 μ. - 1 μ.μ. Ενοριακή αίθουσα / Ιερός Ναός - Κώστας Καρατζάς

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος (23 Οκτωβρίου)


Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα (από την Εκκλησιαστική Παρέμβαση της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου)


Ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος είναι ο πρώτος Ιεράρχης των Ιεροσολύμων. Ήταν γιός του Ιωσήφ, του μνήστορος της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την πρώτη του γυναίκα και ενομίζετο από τους Ιουδαίους ως αδελφός του Κυρίου. Αλλά εκτός αυτού ονομάζεται Αδελφόθεος για τους εξής λόγους: “Πρώτον, για την θαυμαστή πολιτεία του και τις πολλές αρετές του, εξ αιτίας των οποίων ονομαζόταν από όλους δίκαιος. Δεύτερον, επειδή δεν ήταν συγκαταριθμημένος στον χορό των δώδεκα Αποστόλων και δεν είχε το προνόμιο να ονομάζεται Απόστολος, του δόθηκε το προνόμιο να ονομάζεται Αδελφόθεος και τρίτον, επειδή έκανε τον Χριστό συγκληρονόμο στο μερίδιο της πατρικής περιουσίας, ενώ οí άλλοι τρεις αδελφοί του αρνήθηκαν να πράξουν το ίδιο”. (Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Επτά Καθολικαί Επιστολαί, σελ. 2). Ετιμάτο περισσότερο από όλα τα αδέλφια του και αυτό φαίνεται και από τα όσα λέγει ο ιερός Χρυσόστομος για τους συγγενείς του Χριστού κατά σάρκα. Ότι, δηλαδή, ονομάζονταν από όλους τους πιστούς Δεσπόσυνοι, αλλά ο άγιος Ιάκωβος “εθεωρείτο ο πρώτος των Δεσποσύνων απάντων”. (ένθ’ ανωτ., σελ. 2). Ετιμάτο, επίσης, από όλους τους Αποστόλους και η γνώμη του ελαμβάνετο σοβαρά υπ’όψιν, όπως μαρτυρούν και οι “Πράξεις των Αποστόλων”.

Την μοναδική Επιστολή που συνέγραψε, την απευθύνει όχι προς τους πιστούς μίας συγκεκριμένης τοπικής Εκκλησίας, αλλά προς όλους καθολικώς τους πιστούς, προς όλους τους Ιουδαίους, που πίστευσαν στον Χριστό και ήσαν διεσπαρμένοι σε όλα τα μέρη του κόσμου, και γι’ αυτό ονομάζεται καθολική Επιστολή. “Στην επιστολή αυτή διδάσκει, πρώτον, την διαφορά που έχουν οι πειρασμοί. Ποιός πειρασμός γίνεται στον άνθρωπο κατά παραχώρηση του Θεού και ποιός προξενείται από την επιθυμία του ανθρώπου. Δεύτερον, ότι οι Χριστιανοί πρέπει να δείχνουν την πίστη τους όχι μόνον με λόγια αλλά κυρίως με έργα. Τρίτον, παραγγέλλει να μη προτιμώνται στην Εκκλησία οι πλούσιοι περισσότερον από τους πτωχούς, αλλά μάλλον να επιπλήττονται οι πλούσιοι ως υπερήφανοι. Τέταρτον δε και τελευταίο, αφού παρηγορεί ο Άγιος εκείνους που αδικούνται και τους παρακινεί να μακροθυμούν και να υπομένουν μέχρι την Δευτέρα παρουσία του Χριστού, δείχνοντάς τους με το παράδειγμα του Ιώβ το πόσον χρήσιμη είναι η υπομονή, παραγγέλλει στους ασθενείς να προσκαλούν τους ιερείς να τους χρίουν με έλαιο. Και όλοι οι πιστοί να προσπαθούν να επαναφέρουν στο δρόμο της αλήθειας αυτούς που έχουν πλανηθεί από αυτή, επειδή σε αυτούς δίδεται μισθός από τον Κύριο, η άφεση των αμαρτιών τους”. (Αγίου Νικοδήμου, ένθ’ ανωτ., σελ. 2).

Ο άγιος Ιάκωβος συνέγραψε την πρώτη θεία Λειτουργία, η οποία είναι κατανυκτική και διασώζει τον τρόπο λατρείας των Χριστιανών των Αποστολικών χρόνων. Τελείται και σήμερα, την ημέρα της εορτής του, αλλά και την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.

Ο Αδελφόθεος Ιάκωβος, σύμφωνα με τον άγιο Θεοφύλακτο, ονομαζόταν μικρός σε αντιδιαστολή με τον Απόστολο Ιάκωβο, τον αδελφό του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού, ο οποίος εκαλείτο μέγας, επειδή ανήκε στον χορό των δώδεκα Αποστόλων. “Ήσαν δε και γυναίκες από μακρόθεν θεωρούσαι, εν αίς και Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιακώβου του μικρού και Ιωσή μήτηρ” (Μάρκ. ιε΄, 40). Η δεύτερη Μαρία είναι η Θεοτόκος, η οποία ενομίζετο μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή.

Το τέλος της ζωής του ήταν μαρτυρικό. Επειδή με τον ένθεο ζήλο του οδήγησε πολλούς στην θεογνωσία, τον γκρέμισαν οι Ιουδαίοι από το πτερύγιο του Ναού και όταν είδαν ότι εξακολουθούσε να ζη τον λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου.

Η επιστολή του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου είναι ένα καταπληκτικό κείμενο, το οποίο προξενεί στην ψυχή αληθινή παρηγοριά, ανεκλάλητη χαρά και αποδιώχνει κάθε είδους απελπισία. Ρυθμίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τις διαπροσωπικές σχέσεις.Τονίζει, ότι δεν πρέπει να χωρίζονται οι άνθρωποι σε ομάδες, ανάλογα με τα χρήματα και τα αξιώματα που διαθέτουν, αλλά θα πρέπη να επιδεικνύεται προς όλους ο ίδιος σεβασμός, επειδή είναι εικόνες του Χριστού. Υποδεικνύει την οδό της καθάρσεως, της θεραπείας της ψυχής από τα πάθη, για να φωτισθή ο νούς και να αποκτήση ο άνθρωπος προσωπική γνώση του Θεού. Αλλά δεν παραλείπει να τονίση και την αξία της παρουσίας του Ιερέως - Θεραπευτού - καθώς και την χρησιμοποίηση υλικών στοιχείων, όπως το λάδι, το οποίο αγιάζεται και δι’ αυτού ενεργεί η άκτιστη Χάρη του Θεού.

Επίσης, κάνει λόγο για την ανθρώπινη σοφία και την αντιπαραβάλλει με την σοφία την “άνωθεν κατερχομένην”, την οποία ονομάζει αγνή, ειρηνική, επιεική, ευπειθή, γεμάτη ευσπλαχνία και αγαθούς καρπούς, αμερόληπτη και ειλικρινή, επειδή είναι απαλλαγμένη από τα πάθη, τα οποία προκαλούν έριδες, μαλώματα, ακαταστασία “καί πάν φαύλον πράγμα”. Υπάρχουν σοφοί κατά Θεόν και σοφοί κατά κόσμον, αλλά υπάρχουν και εκείνοι που κατέχουν και τις δύο σοφίες. Άλλωστε, η ανθρώπινη σοφία πλουτίζει την διάνοια, ενώ η σοφία του Θεού η ενυπόστατος, που είναι ο ίδιος ο Χριστός, πλουτίζει την καρδιά με την άκτιστη θεία Χάρη και της χαρίζει όλα εκείνα τα αγαθά που αποζητά ο άνθρωπος και τα απαριθμεί ο Απόστολος Παύλος, δηλαδή αγάπη, χαρά, ειρήνη κ.λ.π. Με την λογική κατανοεί ο άνθρωπος το γράμμα των όσων ακούει ή αναγινώσκει, ενώ με τον φωτισμένο νού έχει την δυνατότητα να εισδύη στο βάθος των λεγομένων και αναγινωσκομένων και έτσι μπορεί να κατανοή το πνεύμα και το βαθύτερο νόημά τους και να τα ερμηνεύη σωστά.

Η μελέτη του βίου και της επιστολής του αγίου Ιακώβου βοηθά τον πιστό να ενταχθή στην προοπτική της θεραπείας, δια της οποίας αποκτά αληθινή γνώση του εαυτού του, εμπειρική γνώση του Θεού και πραγματική κοινωνία με τους συνανθρώπους του.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ο Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής ο Επίσκοπος Κυζίκου (8 Αυγούστου)

Στο βιβλίο της κ. Πόπης Χαλκιά - Στεφάνου "Οι Άγιοι της Χίου" στις σελίδες 667, 668 και 669 παρατίθενται πληροφορίες για τον βίο του Αγίου Αιμιλιανού του Ομολογητή και περιγραφή της δια θαλάσσης τιμητικής μεταφοράς της εικόνας του Αγίου στην ομώνυμη παραλία και από κει στο Ναό του για την τέλεση του Αρχιερατικού Εσπερινού...




Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Οσία Ματρώνα η Χιοπολίτις (20 Οκτωβρίου)


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΤΡΩΝΗΣ
Ἡ μνήμη αὐτῆς τιμᾶται τὴν 20ὴν Ὀκτωβρίου

Ἡ Ματρῶνα ἡ Ὁσία καὶ θαυματουργὸς Μήτηρ ἡμῶν ἦτο ἀπὸ τὴν νῆσον Χίον, ἀπὸ τὸ χωρίον τὸ καλούμενον ἕως τὴν σήμερον Βολισσός, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸ ἐπάνω βόρειον μέρος τῆς Χίου· καὶ ὁ μὲν πατὴρ αὐτῆς ὠνομάζετο Λέων, ἡ δὲ μήτηρ Ἄννα, ἦσαν δὲ οὗτοι εὐσεβεῖς χριστιανοί, καὶ μὲ ὅλα τὰ χριστιανικὰ ἤθη καὶ ἔργα κεκοσμημένοι, προσέτι καὶ εἰς τὸν πλοῦτον καὶ εἰς τὰ ἄλλα κοσμικὰ ἀγαθὰ ἦσαν ἐπισημότεροι τῶν ἄλλων τοῦ χωρίου. Εἶχον δὲ αὐτοὶ καὶ ἄλλας ἓξ θυγατέρας καὶ μὲ τὴν Μαρίαν ἑπτά (διότι Μαρία, ὠνομάζετο ἡ Ἁγία καὶ μετωνομάσθη ὕστερον Ματρῶνα). Αὕτη λοιπὸν ἡ Μαρία (ἡ ὁποία ἦτο ἡ μικροτέρα τῶν ἄλλων θυγατέρων), ὅταν ἦλθε καιρὸς νὰ τὴν νυμφεύσωσιν οἱ γονεῖς της, δὲν ἠθέλησεν, ἀλλ᾿ ἐπρόκρινεν, ὡς φρονίμη, νὰ φυλάξῃ παρθενίαν καὶ καθαρότητα, διὰ νὰ γίνῃ νύμφη καλὴ καὶ ἄμωμος τοῦ ἀθανάτου Νυμφίου Χριστοῦ· ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἡ ἀληθὴς παρθενία καὶ καθαρότητα, καὶ ἡ ἀφθορία δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κατορθωθῆ μέσα εἰς τὸν κόσμον, εἰς τὴν συναναστροφὴν τῶν πολλῶν, ὁμοίως καὶ τὰ ἄλλα καλά, μὲ τὰ ὁποῖα λαμπρύνεται ἡ λαμπὰς τῆς παρθενίας, μέσα εἰς τὸν κόσμον ἀπαντῶσα πολλὰ ἐμπόδια, διὰ τοῦτο ἡ μακαρία ἀνεχώρησε κρυφίως ἐκ τῆς συγγενείας της ἀφῆκε τὸν πατέρα, τὴν μητέρα καὶ τὰς ἀδελφάς της καὶ ἦλθεν εἰς ἕνα ὄρος πλησίον του χωρίου, ὅπερ καλεῖται Κατάβασις καὶ ἐκεῖ ἤνοιξε τὸ στάδιον τῶν ἀσκητικῶν της ἀγώνων καὶ τὴν κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν δαιμόνων ἔστησε πάλην, νηστεύουσα, ἀγρυπνοῦσα, καὶ μόνη μόνῳ τῷ Θεῷ προσευχομένη ἡ ἀοίδιμος.

Ἔχαιρε λοιπὸν ἡ Ἁγία καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν, λυτρωθεῖσα τῶν ταραχῶν καὶ τῶν θορύβων τοῦ κόσμου. Οἱ γονεῖς της ὅμως ἀγνοοῦντες τί ἔγινε καὶ ποῦ κατήντησεν, ἐλυποῦντο βαρέως καὶ δὲν ἔπαυον ἀπὸ τοῦ νὰ τὴν ἀναζητῶσιν. Ἐρευνῶντες δὲ εἰς κάθε τόπον, ἀνεῦρον αὐτὴν εἰς τὸ ὄρος καὶ μὴ κρίναντες εὔλογον νὰ τὴν ἀφήσωσιν ἐκεῖ μόνην, τὴν παρεκίνησαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν των, αὐτὴ δὲ ὑπήκουσεν, ὡς Θεοῦ δούλη, εἰς τὸ εὐλογοφανὲς πρόσταγμα τῶν γονέων της, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πατρικήν της οἰκίαν καὶ εἰς μὲν τὰ ἄλλα ὑπετάσσετο καὶ ὑπήκουεν εἰς αὐτοὺς μὲ πολλὴν ταπείνωσιν, εἰς τὸ νὰ ὑπανδρευτῇ ὅμως παντελῶς δὲν ὑπήκουεν· ὅθεν βλέποντες ἐκεῖνοι ὅτι δὲν τοὺς ὑπακούει, καὶ γνωρίσαντες τὸ ἀμετάθετον τῆς γνώμης της, καὶ τὸν μεγάλον πόθον τὸν ὁποῖον εἶχε διὰ τὴν μοναχικὴν ζωήν, τέλος πάντων ἔδωκαν εἰς αὐτὴν τὴν ἄδειαν νὰ ὑπάγῃ νὰ ἡσυχάσῃ καὶ νὰ πολιτεύηται τὴν κατὰ Χριστὸν Πολιτείαν, ὅπου εὐχαριστεῖται καὶ ἀρέσκηται, ἀλλὰ καὶ τὴν πατρογονικήν της κληρονομίαν ἐξεχώρισαν καὶ τὴν ἀφῆκαν εἰς τὴν ἐξουσίαν της, νὰ τὴν οἰκονομήσῃ ὡς θέλει.

Ἡ δὲ Μαρία τὰ μὲν κινητὰ πάντα διεμοίρασε, κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου, εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς πτωχούς, τὰ δὲ ἀκίνητα, χωράφια δηλαδὴ καὶ ἄλλα παρόμοια, τὰ ἄφησεν εἰς τὰς ἀδελφάς της, νὰ τὰ καλλιεργῶσι καὶ νὰ τὰ ἐπιμελῶνται, ἕως οὗ νὰ τὴν φωτίσῃ ὁ Θεὸς νὰ τὰ οἰκονομήσῃ κατὰ τὸ θέλημά του, πρὸς ψυχικήν της ὠφέλειαν. Καὶ λοιπὸν ἀφ᾿ οὗ οὕτω καλῶς διετάξατο τὰ ἑαυτῆς πάντα, ἄφησε τὴν Βολισσὸν καὶ ἦλθε πάλιν εἰς τὴν Κατάβασιν, εἰς τὸ πρῶτον τῆς ἡσυχαστήριον· τὴν δὲ ὀλίγην ἐκείνην τροφήν, ἥτις ἦτο ἀναγκαία πρὸς συντήρησιν τοῦ σώματός της διὰ νὰ μὴ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν παντελῆ ἀσιτίαν, ἐφρόντιζε καὶ ἔφερε μία ἀδελφή της. Ἔμεινε δὲ ἐκεῖ εἰς τὴν Κατάβασιν ἠσυχάζουσα καὶ ἀγωνιζομένη τρεῖς ὁλοκλήρους χρόνους, ἀλλὰ κατὰ μὲν τὸ σῶμα εὑρίσκετο εἰς τὴν Κατάβασιν, κατὰ δὲ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν καὶ τὴν διάνοιαν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάβασιν καὶ εἰς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, φανταζομένη τὰ ἀνεκλάλητα ἐκεῖνα κάλλη καὶ τὰς ὡραιότητας καὶ ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. Μετὰ δὲ τὰ τρία ἔτη, θέλων ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς νὰ φανερώσῃ τὸν κρυπτόμενον θησαυρόν, διὰ νὰ πλουτίσῃ καὶ ἄλλους μὲ τὸν οὐράνιον πλοῦτον τῶν ἀρετῶν καὶ νὰ θέσῃ τὸν λύχνον ἐπάνω εἰς τὴν λυχνίαν, διὰ νὰ φωτίσῃ καὶ νὰ ὁδηγήσῃ καὶ ἄλλους εἰς ὀδὸν σωτηρίας, καθὼς ἔδειξαν τὰ πράγματα ὕστερον, ἐνέπνευσεν εἰς τὴν διάνοιάν της λογισμὸν ἀγαθὸν καὶ πόθον ἔβαλεν εἰς τὴν καρδίαν της θερμόν, νὰ καταβῇ εἰς τὴν χώραν, ὅπου ἦσαν τότε πολλὰ γυναικεῖα Μοναστήρια, διὰ νὰ εὕρῃ παραδείγματα ἀρετῶν καὶ νὰ ὑποταχθῇ εἰς Γερόντισσαν, κατὰ τοὺς νόμους τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Ἐλθοῦσα λοιπὸν εἰς τὴν χώραν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ γυναικεῖα Μοναστήρια θεωρήσασα, καὶ πολλῶν ἐναρέτων Μοναζουσῶν τὰς ἀρετὰς μιμησαμένη ὡς πάλαι ὁ μέγας Ἀντώνιος, εὗρε μικρὸν Μοναστήριον, τὸ ὁποῖον τῆς ἤρεσε περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄλλα, ἐπειδὴ ἦσαν εἰς αὐτὸ τρεῖς μόνον Μονάζουσαι, μήτηρ καὶ δύο θυγατέρες, καὶ ἦτο μεγάλη ἡσυχία καὶ εἰρήνη· ὅθεν τὰς παρεκάλεσε νὰ δεχθῶσι καὶ αὐτὴν εἰς τὴν συνοδείαν των, αὐταὶ δὲ τὴν ἐδέχθησαν, βλέπουσαι τὴν σεμνότητα, τὴν εὐταξίαν καὶ τὸ ταπεινὸν αὐτῆς ἦθος· ἔμεινε λοιπὸν ὑποτασσομένη εἰς αὐτὰς καὶ δοκιμαζομένη εἰς τοὺς κόπους καὶ τὰς κακοπαθείας τῆς ἀσκήσεως. Δὲν παρῆλθεν ὅμως πολὺς καιρὸς καὶ ἐφάνησαν, ἢ μᾶλλον ἔλαμψαν αἱ ἀρεταί της καὶ τῶν προτέρων της πνευματικῶν ἀσκήσεων οἱ καρποί· ὅθεν τὴν ἔκειραν Μοναχὴν καὶ τὴν ἐνέδυσαν τὸ Μοναχικὸν Σχῆμα, ἀντὶ δὲ τῆς ΜΑΡΙΑΣ μετωνομάσθη ΜΑΤΡΩΝΑ. Καὶ ὅσον τὰ ἔτη της προέβαινον καὶ ἡ ἡλικία της ηὕξανε, τόσον καὶ αὐτὴ προέβαινε καὶ ἐπρόκοπτεν εἰς τὰς ἀρετὰς καὶ εἰς τοὺς νέους ἀσκητικοὺς ἀγῶνας καὶ τοὺς πόνους. Καὶ διεδόθη ἡ φήμη της καὶ πολλὰς ἄλλας παρεκίνη καθ᾿ ἑκάστην, αἵτινες ἤρχοντο εἰς τὸ Μονύδριον ἐκεῖνο καὶ ἐκοινοβίαζον.

Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἐκκλησία των ἦτο πολὺ μικρά, διότι δὲν ἦτο Ἐκκλησία Μοναστηρίου, ἀλλ᾿ ἦτο πατρογονικὴ καὶ κτιτορικὴ τῶν τριῶν ἐκείνων Μοναχῶν καὶ εἶχον στενοχωρίαν εἰς αὐτὴν μεγάλην, λέγει ἡ Ματρῶνα πρὸς τὴν Γερόντισσάν της: «Θέλεις, Κυρία μου, νὰ μεγαλώσωμεν τὸν Ναὸν τοῦτον καὶ νὰ κτίσωμεν καί τινα κελλία;». «Ναί», ἀπεκρίθη ἐκείνη, «πολλὰ τὸ ἠγάπων, κυρία μου, καὶ ἐγὼ νὰ γίνῃ αὐτὸ ὅπου λέγεις, ἀλλὰ τί νὰ κάμω; γνωρίζεις καὶ σὺ ὅτι ἔξοδα δὲν ἔχω». «Μὴ στενοχωρεῖσαι», τῆς λέγει ἡ Ματρῶνα, «καὶ ὁ Κύριος οἰκονομεῖ» καὶ τῆς ἐφανέρωσεν πόθεν ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς οἰκοδομῆς καὶ οὕτω λαβοῦσι τὴν ἄδειαν, ἐπώλησε τὰ ἀκίνητα πράγματα τὰ ὁποῖα εἶχον αἱ ἀδελφαί της εἰς τὴν Βολισσόν, καὶ πρῶτον μὲν ἔκτισεν ἕνα λουτρόν, μετὰ γνώμης καὶ ἀδείας τῆς Γεροντίσσης, διὰ νὰ λούωνται οἱ πτωχοὶ καὶ ξένοι, κατὰ τὴν συνήθειαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὸν καιρὸν ἐκεῖνον οἱ ἄνθρωποι, ἔπειτα ἀρχίζει τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Ναοῦ.

Τί δὲ ποιεῖ ὁ ἀρχέκακος καὶ μισόκαλος; ἐπιχειρεῖ ὁ πονηρότατος νὰ τὴν ρίψῃ εἰς κανὲν ἄτοπον· ὅθεν ἐκεῖ ὅπου ἤνοιγαν οἱ ἐργάται τὰ θεμέλια, ἰδοὺ φαίνεται αἴφνης μέγας θησαυρός· ἀλλ᾿ ἤθελεν ἀπορήσει τις, τί κακὸν ἐνδέχεται νὰ πάθῃ ἡ Ὁσία ἀπὸ τὴν εὕρεσιν τοῦ θησαυροῦ; ἐκεῖνος μόνος ὁ δόλιος καὶ πανοῦργος ἠξεύρει τοὺς δόλους καὶ τὰς πανουργίας του· ἴσως ἐδοκίμαζε νὰ τὴν ρίψῃ εἰς φιλαργυρίαν ἢ εἰς ὑψηλοφροσύνην, ὅτι δηλαδὴ ἔφθασεν εἰς μεγάλα μέτρα ἀρετῆς, καὶ ὁ Θεὸς διὰ τὴν ἀρετὴν αὐτῆς τῆς ἔδωκε τὸν ἀνέλπιστον θησαυρόν· ἢ διὰ τοῦτο ἢ δι᾿ ἄλλον αἴτιον, ἐκεῖνος ὁ πονηρότατος ἠξεύρει τὴν πονηρίαν του, ὁ δὲ πανάγαθος Θεὸς δὲν τὸν ἐμπόδισεν, ἀλλὰ τὸν ἄφησε, διὰ νὰ νικηθῆ καὶ νὰ καταισχυνθῇ ἀπὸ τὴν ἀπάθειαν τῆς Ὁσίας, καθώς ποτε ἐνικήθη καὶ ἀπὸ τὴν ἀπάθειαν καὶ ἀφιλάργυρον γνώμην τοῦ μεγάλου Ἀντωνίου, ὅταν τοῦ ἔδειξεν εἰς τὴν ἔρημον τὸν θησαυρόν.

Δὲν ἐχάρη, λοιπὸν ἡ Ὁσία, οὐδὲ ἐσκίρτησεν, ἰδοῦσα παρ᾿ ἐλπίδα τοιοῦτον θησαυρόν, καθὼς ἤθελε κάμει ἄλλος ἐμπαθὴς καὶ φιλάργυρος, ἀλλὰ ἔλεγε μετὰ δακρύων «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, εἰ μὲν τὸ χρυσίον τοῦτο εἶναι ἀπεσταλμένον ἀπὸ τὴν χάριν Σου, φανέρωσον εἰς ἡμᾶς, εἰ δὲ εἶναι ἀπὸ πανουργίαν τοῦ δαίμονος, ἂς ἀφανισθῇ». Ταῦτα προσευχομένης τῆς Ἁγίας (ὢ τοῦ θαύματος!) εὐθὺς ἐφάνη τὸ λαμπρότατον χρυσίον ἐσβεσμένοι ἄνθρακες· καὶ ὅλοι οἱ ἰδόντες καὶ ἀκούσαντες τὸ παράδοξον τοῦτο ἐδόξασαν τὸν ἐν Ἁγίοις Αὐτοῦ δεδοξασμένον Θεόν. Καὶ οὕτως ἡ μὲν Ὁσία ἐδοξάσθη διὰ τὴν ἀπάθειαν καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν παρρησίαν της, ὁ δὲ διάβολος κατῃσχύνθη, καὶ τὸ ἐναντίον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐδολιεύθη νὰ πράξῃ ἐγένετο, ἐπειδὴ ἡ μὲν Ματρῶνα μετὰ τῶν συνασκουμένων ἔλαβε θάρρος μεγάλον εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Ναοῦ, οἱ δὲ δουλεύοντες ἔγιναν προθυμότεροι εἰς τὸ ἔργον των ἀπὸ τὴν θαυματουργίαν ταύτην.

Ἀφ᾿ οὗ ἐτελείωσε τὸν Ναὸν μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρτεμίου, εἰς τοῦ ὁποίου τὸ θεῖον ὄνομα ἐτιμᾶτο, τότε ἐτελείωσε καὶ ἡ Γερόντισσά της τὴν πρόσκαιρον ταύτην ζωήν, καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν αἰώνιον, αἱ δὲ συνασκούμεναι ἀδελφαὶ παρεκάλουν θερμῶς τὴν Ματρῶναν νὰ δεχθῇ τὴνν προστασίαν καὶ ἡγουμενίαν τοῦ Μονυδρίου καὶ τέλος πάντων καὶ μὴ θέλουσαν τὴν ἐψήφισαν Ἡγουμένην καὶ ὑπετάσσοντο εἰς αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὰ γυναικεῖα Μοναστήρια συνηθίζουσι νὰ λέγουσι τὴν ἡγουμένην, κυράν, τὴν ἔλεγον οὕτως· ὅθεν ἐπεκράτησεν ἔκτοτε καὶ λέγεται ἀκόμη καὶ τὴν σήμερον Ἁγία Κυρά· διότι καὶ τὰ κύριά της ὀνόματα Μαρία καὶ Ματρῶνα, τοῦτο δηλοῦσιν, ἤτοι Κυρία, ὡς καὶ τὸ ἐπίθετον, καὶ οἰκείως καὶ καταλλήλως καὶ ἀπὸ θείαν νεῦσιν τῆς ἐδόθησαν ὅλα· ὅτι οὐχὶ μόνον φερωνύμως ἐκυρίευσε τὰ πάθη καὶ τὸν κόσμον καὶ τοὺς κοσμοκράτορας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν θάνατον τὸν κυριεύοντα παντὸς ἀνθρωπίνου γένους ἐκυρίευσε καὶ ἐνίκησε, καὶ ὡς ἕνα ὕπνον ἀπέδειξε· καὶ ἀκούσατε διὰ νὰ θαυμάσητε καὶ νὰ βεβαιωθῆτε διὰ τὴν ἀλήθειαν.

Τὸν καιρὸν κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξουσίαζον οἱ Γενοβέζοι τὴν Χίον ἦλθε πλῆθος πολὺ ἀπὸ βάρβαρόν τι ἔθνος τῆς Δύσεως, ἄνθρωποι βάρβαροι καὶ κατὰ τὴν γλῶσσαν καὶ κατὰ τὸ ἦθος ἀγριώτατοι καὶ ἀπανθρωπότατοι καὶ ἐποίουν πολλὰς ἁρπαγὰς καὶ ζημίας εἰς τὴν Χίον· ἐλθόντες δὲ καὶ εἰς τὸ μοναστήριον τῆς Ὁσίας ὤρμησεν εἷς ἀπὸ αὐτούς, ὁ πλέον ἀναιδέστερος καὶ ἀναισχυντότερος τῶν ἄλλων, νὰ βιάσῃ μίαν μοναχήν, ἀλλ᾿ ὢ τοῦ θαύματος! «παρεμβαλεῖ Ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτὸν καὶ ρύσεται αὐτούς» (Ψαλμ. λγ´ 8)· ἔφθασεν ἡ θεία δίκη τὸν ἄδικον, καὶ ἔπεσε τὴν ὥραν ἐκείνην νεκρὸς εἰς τὴν γῆν. Ἡ Ὁσία λοιπόν, ἥτις εἶχεν ὅλην της τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν Θεόν, καὶ ἐκεῖθεν ἐζήτει διὰ προσευχῆς τὴν βοήθειαν, βλέπουσα τοῦτο ἐδόξασε τὴν ταχεῖαν τοῦ Θεοῦ ἀντίληψιν, ἀλλὰ καὶ ἐσπλαγχνίσθη τὸν ἄσπλαγχνον ἐκεῖνον βάρβαρον, καὶ προσευξαμένη εἰς τὸν Θεόν, τὸν ἔχοντα ζωῆς καὶ θανάτου τὴν ἐξουσίαν, τὸν ἀνέστησε, πρὸς θαῦμα καὶ ἔκπληξιν τῶν ἰδόντων καὶ ἀκουσάντων τὸ γεγονός. Ἀφ᾿ οὗ δὲ τὸν ἀνέστησε καὶ κατεφόβησε μὲ τὰ δύο ταῦτα, μὲ τὸν θάνατον καὶ τὴν ἀνάστασιν, ἐνουθέτησε καὶ τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους βαρβάρους, ὡς ἔπρεπε, καὶ τοὺς ἀπέλυσεν· οἱ δὲ ἀνεχώρησαν ἐκ Χίου ἔμφοβοι καὶ ἔντρομοι· ὅθεν ἐλθόντες καὶ δευτέραν φοράν, δὲν ἐτόλμησαν νὰ ὑπάγουν πλέον εἰς τὸ Μοναστήριον τῆς Ἁγίας, ὄχι δὲ μόνον τοῦτο ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλην τὴν πόλιν ἐφάνησαν ἡμερώτεροι καὶ φιλανθρωπότεροι καὶ τὰ πρότερα δεινὰ δὲν ἐτόλμησαν πλέον νὰ πράξωσιν.

Πλὴν τὸ νὰ ἀναστήσῃ διὰ τῆς προσευχῆς τὸν νεκρὸν ἡ Ὁσία ἦτο τῆς θείας Χάριτος κατόρθωμα καὶ τῆς πρὸς τὸν Θεὸν παρρησίας της ἔνδειξις· τὸ δὲ νὰ ἀποθάνῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἴδια ὡς ἄνθρωπος εἶναι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως νόμος κοινός, καὶ χρέος ἀπαραίτητον· ὅθεν ὅταν ηὐδόκησεν ὁ ἀθάνατος αὐτῆς Νυμφίος Χριστὸς νὰ τὴν παραλάβῃ διὰ θανάτου εἰς τοὺς ἀθανάτους καὶ οὐρανίους νυμφῶνας αὐτοῦ καὶ νὰ τὴν ἀναπαύσῃ ἀπὸ τοὺς ἀσκητικοὺς αὐτῆς κόπους εἰς τὴν αἰώνιον ἐκείνην μακαριότητα τοῦ οὐρανοῦ, τότε τῆς ἀπεκάλυψε πρὸ ἑπτὰ ἡμερῶν τὸ μακάριον τέλος της, καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐκδημίαν της καὶ μικρὸν ἀσθενήσασα, προσεκάλεσε τὰς ἀδελφὰς καὶ ὑποτακτικάς της, καὶ τὰς ἐνουθέτησε ὡς μήτηρ, καὶ τὰς συνεχώρησεν, ἔπειτα δὲ καὶ αὐτὴ συγχώρησιν λαβοῦσα παρ᾿ ἐκείνων, καὶ ὅλα τὰ χριστιανικὰ τελέσασα, καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων δεξαμένη, παρέδωκε τὴν ἁγίαν ψυχήν της εἰς τὰς ἀχράντους χείρας τοῦ ψυχοσώστου Θεοῦ. Ἐκοιμήθη δὲ ἡ μακαρία μήτηρ ἡμῶν Ματρῶνα ἐν ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ 1462, τῇ 20ῃ τοῦ Ὀκτωβρίου, καὶ ἐτάφη τὸ ἱερὸν αὐτῆς σῶμα εἰς τὸν Ναὸν τὸν ὁποῖον ἔκτισεν ἡ ἴδια. Ὁ δὲ τῶν θαυμασίων Θεός, τὸν ὁποῖον ἐδόξασε μὲ τοὺς ἀσκητικούς της ἀγῶνας καὶ μὲ τὰς ἀρετάς της, τὴν ἐδόξασε μετὰ θάνατον μὲ τὴν θείαν του χάριν, καὶ ἀνέδειξεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὰ θεῖα της λείψανα καὶ τὸ ἱερόν της Ναὸν πηγὴν θαυμάτωων ἀέναον, καὶ ἰατρεῖον ἄμισθον παντὸς πάθους καὶ πάσης ἀσθενείας· ἀπὸ τὰ ὁποῖα θέλομεν καὶ ἡμεῖς διηγηθῇ ὀλίγα τινα, εἰς δόξαν Θεοῦ, τοῦ δοξαζομένου ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ, καὶ εἰς ὠφέλειαν τῶν ἀναγινωσκόντων καὶ ἀκουόντων.

Εἰς τὴν Μαγνησίαν, πόλιν μεγάλην τῆς Ἀνατολῆς, ἦτο Ἀγαρηνός τις πλούσιος πολὺ καὶ ἀσθενήσας ἔμεινε καθ᾿ ὅλον τὸ ἀριστερὸν μέρος τοῦ σώματός του ξηρός· ἐποίησαν λοιπὸν οἱ ἰατροὶ εἰς αὐτὸν πολλὰ ἰατρικά, πλὴν νὰ τὸν βοηθήσωσι δὲν ἠδυνήθησαν, αὐτὸς δὲ πολλὰ χρήματα δαπανήσας, οὐδὲν ὄφελος ἔλαβεν. Εἶχεν ὅμως οὗτος μίαν δούλην Χριστιανήν, Μαρίαν ὀνομαζομένην, ἡ ὁποία βλέπουσα αὐτὸν νὰ ἐξοδεύῃ τὸν πλοῦτον του ματαίως καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ θεραπείαν, ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν λέγει πρὸς αὐτόν· «Αὐθέντα μου, ἐγὼ ἠξεύρω ἕνα ἰατρὸν εἰς τὸν ὁποῖον, ἐὰν θελήσῃς νὰ ὑπάγῃς, λαμβάνεις ἀναμφιβόλως παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ὑγείαν σου». Ἡ ἀνάγκη βιάζει τὸν αὐθέντην νὰ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς μεγάλης τοὺς λόγους τῆς δούλης, καὶ ἐρωτᾷ νὰ μάθῃ τὸν ἰατρόν. Τότε τοῦ λέγει ἐκείνη:«Εἰς τὴν Χίον εἶναι μία γυνὴ τῶν χριστιανῶν, ἡ ὁποία ἰατρεύει παντὸς εἴδους ἀσθένειαν, χωρὶς βότανα καὶ ἔμπλαστρα, καὶ ἂς ὑπάγωμεν ἐκεῖ νὰ σὲ ἰατρεύσῃ». Πείθεται ὁ αὐθέντης καὶ λαμβάνει τὴν Μαρίαν καὶ ἄλλους τινας εἰς τὴν συνοδείαν του καὶ ἔρχεται εἰς τὴν Χίον, βασταζόμενος δὲ ὑπὸ τῶν δούλων του ἐφέρθη εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ἁγίας.

Ἐλθὼν λοιπὸν ὁ ἀσθενὴς εἰς τὸν Ναὸν ζητεῖ ἐκεῖ νὰ εὕρῃ τὴν ἰατρόν, καὶ νομίζει ἀκόμη ὅτι εἶναι ζῶσα τις γυνὴ καθὼς ἐξ ἀρχῆς ὑπέθεσεν· ἡ δὲ δούλη τοῦ λέγει· «Ἀναπαύσου ὀλίγον καὶ ἔρχεται ἡ γυνή, ἥτις ἐξάπαντος θέλει σε θεραπεύσῃ». Ἀληθῶς ἀδελφοί, δίκαιον εἶναι νὰ εἴπωμεν περὶ ταύτης τῆς γυναικὸς ἐκεῖνα τὰ εὐαγγελικά: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις» (Ματθ. ιε´ 28)· διότι καὶ τῇ ἀληθείᾳ, μεγάλη καὶ ἀδίστακτος ἦτο ἡ πίστις αὐτῆς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἡ εὐλάβειά της πρὸς τὴν Ἁγίαν· δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ καθ᾿ ἑαυτήν: «Καλά, κινῶ ἐγὼ τὸν αὐθέντη μου, ἄρρωστον ὄντα, νὰ ποιήσῃ τοσοῦτον μακρὸν ταξίδιον καὶ διὰ θαλάσσης, ἀλλ᾿ ἀνίσως τὸν βδελυχθῇ ἡ Ὁσία ὡς ἄπιστον καὶ ἀκούσω καὶ ἐγὼ ὡς ἡ Χαναναία "Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις;" (Ματθ. ιε´ 26)· ἀνίσως λέγω δὲν τὸν θεραπεύσῃ, τί θὰ ποιήσῃ πρός με ὕστερον;». Ναί, δὲν ἐδίστασεν, οὐδὲ ἐφοβήθη, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἡ προσευχὴ δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸν νοῦν της, οὐδὲ τὰ δάκρυα ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς της· ὅθεν καὶ μὲ θάρρος καὶ μὲ μεγάλην πεποίθησιν τοῦ λέγει· «Ἀναπαύσου, καὶ θέλεις ἰατρευθῇ». Ἀναπαύεται ὁ αὐθέντης καὶ μὲ καλὴν ἐλπίδα τῆς ὑγείας του ἡσυχάζει.

Τί δὲ ἡ Ὁσία Ματρῶνα ᾠκονόμησεν; ἀκούσατε παρευθύς. Τὴν πρώτην ἐκείνην νύκτα φαίνεται εἰς τὸν ἀσθενῆ ἐν ὁράματι καὶ τοῦ λέγει: «Διὰ τὰ δάκρυα, τὰς προσευχὰς καὶ τὴν πίστιν τῆς ὁμωνύμου μου Μαρίας τῆς δούλης σου, σὲ ἰατρεύω· ἐγέρθητι καὶ περιπάτει ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου μου καὶ ὕπαγε ὑγιὴς εἰς τὸν οἶκον σου». Ὁ δὲ Ἀγαρηνός, ἀποτινάξας τὸν ὕπνον, ἐγνώρισε τὸν ἑαυτόν του ὅλον ὑγιᾶ, χωρὶς οὐδὲν ἴχνος τοῦ πάθους του· καὶ οὕτως μὲν ἐκεῖνον ἠλευθέρωσεν ἡ Ἁγία, ἡ θαυματουργὸς Ματρῶνα, ἀπὸ τὸ πάθος του, τὴν δὲ Μαρίαν ἠλευθέρωσεν ἀπὸ τὴν σωματικὴν δουλείαν, ᾠκονόμησε δὲ καὶ τὴν ψυχικήν της σωτηρίαν· Διότι ὁ Ἀγαρηνὸς ἐκεῖνος εἰς μὲν τὸν Ναὸν τῆς Ἁγίας ἀφιέρωσε πολλὰ πράγματα, τὴν δὲ δούλην ἠλευθέρωσε, καὶ τὰ χρειώδη πρὸς τὴν ζωοτροφίαν της ἔδωκε· καὶ αὐτὴ μὲν ὡς εὐγνώμων καὶ εὐλαβὴς ἔμεινεν ὑπηρετοῦσα τὸν Ναὸν τῆς Ὁσίας ἕως τέλους τῆς ζωῆς της, καὶ θεαρέστως ζήσασα ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ. Τοῦτο τὸ θαῦμα κοινολογηθὲν εἰς τὴν Μαγνησίαν, ἐνεποίησε μεγάλην ἐντύπωσιν καὶ εἰς μεγάλην εὐλάβειαν πρὸς τὴν Ἁγίαν ἐκίνησε τοὺς ἐκεῖ χριστιανούς, καὶ ἔκτοτε συνηθίζουσι καὶ ἔρχονται πολλοὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν χώραν εἰς τὴν μνήμην αὐτῆς εἰς προσκύνησιν τῶν ἱερῶν λειψάνων· ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα μέρη ἤρχοντο καὶ ἔρχονται, καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ ἄνθρωποι τῆς νήσου συνέτρεχον, καθὼς ἔτι καὶ σήμερον συντρέχουσιν.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ὁ Ναὸς ἦτο μικρὸς καὶ ὑπῆρχε μεγάλη στενοχωρία ἐκ τοῦ πλήθους τῶν συνερχομένων, διὰ τοῦτο οἱ μεταγενέστεροι πολῖται τῆς Χίου ἠθέλησαν νὰ τὸν μεγενθύνωσι. Λοιπὸν ἐπῆραν ἐντὸς τῆς περιοχῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον ἦτο ὁ τάφος τῆς Ὁσίας καὶ ἐνῶ ἔσκαπτον ἐντὸς τοῦ τάφου, εὑρέθη κατὰ θείαν οἰκονομίαν κεκρυμμένη, ἄρρητον εὐωδίαν ἀποπνέουσα καὶ μὲ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς θείας Χάριτος δεδοξασμένη ἡ ἁγία καὶ σεβασμία της κεφαλή· διότι τὴν ὥραν ἐκείνην ἀσπασάμενος αὐτὴν παράλυτός τις ἠνωρθώθη καὶ γυνή τις μογίλαλος ὡμίλησε καθαρῶς. Ἔγινε δὲ μεγάλη χαρὰ καὶ μεγάλη συνδρομὴ τῶν χριστιανῶν εἰς προσκύνησίν της, καὶ οὐχὶ μόνον οἱ ἡμέτεροι, ἀλλὰ καὶ ὁ τότε ἐξουσιαστὴς τῆς Χίου Γενοβέζος τὴν εἶδε καὶ μαρτυρίας ἔγγραφον ἔδωκεν, ὅτι εἶναι ἀληθῶς ἡ κάρα τῆς Ὁσίας Ματρώνης, ὅθεν καὶ ἑορτὴ τελεῖται εἰς τὰς 15 τοῦ Ἰουλίου μηνός, εἰς μνήμην τῆς εὑρέσεως.

Πολλὰ δὲ καὶ ἐξαίσια θαύματα ἐτέλεσεν ἡ Ἁγία εἰς διαφόρους περιστάσεις. Καὶ ἄλλα πολλὰ θαύματα ἐπετέλεσεν ἡ Ἁγία, ὧν ὁ ἀριθμὸς οὐκ ἔχει τέλος. Ἀλλ᾿ ἂς ἴδωμεν τὴν χάριν τῶν ἰαμάτων αὐτῆς εἰς δύο ἀκόμη θαύματα.

Κατὰ τὸ ἔτος 1700 ἦλθεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην εἷς ἄνθρωπος χωλὸς καὶ κατὰ τοὺς δύο πόδας, μὴ δυνάμενος παντελῶς νὰ σταθῇ καὶ καθήμενος ἐπάνω εἰς ὑποζύγιον ἐπῆγεν εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ὁσίας. Βασταζόμενος ὑπὸ δύο καὶ ὑποστηριζόμενος εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ μετὰ πίστεως πολλῆς ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ τάφου τῆς Ἁγίας καὶ διῆλθεν ἐκεῖ ἡμέρας τινας, ἕως τῆς 20ης Ὀκτωβρίου μηνός, κατὰ τὴν ὁποίαν τελεῖται ἡ θεία μνήμη αὐτῆς. Κατὰ δὲ τὴν νύκτα ἐκείνην ἠνωρθώθη παραδόξως ὁ ἄνθρωπος καὶ περιεπάτησε χωρὶς φόβον οὐδαμῶς ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῆς ράβδου του. Καὶ εἰς τὸ ἑξῆς περιεπάτει ἀνεμπόδιστα. Διὰ τοῦτο καὶ ἐχρύσωσε δι᾿ ἐξόδων του τὸ κουβούκλιον τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπάνω εἰς τὸν ἱερὸν τάφον τῆς Ὁσίας, καθὼς ἔτι καὶ σήμερον φαίνεται. Ἔπειτα ἀπελθὼν εἰς Βενετίαν καὶ ἐπιστρέψας προσέφερε τρία ὀρειχάλκινα κηροπήγια μεγάλα καὶ ἕνα πολυέλαιον εἰς μνήμην τοῦ εἰς αὐτὸν γενομένου θαύματος.

Ἀκούσατε δὲ καὶ τὸ ἀκόλουθον τὸ ὁποῖον ἔχει ἀρκετὴν δόσιν ἀστειότητος. Ἦλθον ποτὲ εἰς τὸν Ναὸν ἕνας τυφλός, ἕνας χωλὸς καὶ κάποια γυναίκα ἄλαλος. Κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην βλέπει ἡ ἄλαλος γυναίκα ὅτι τὴν κατεδίωκεν ὁ χωλὸς καὶ φοβηθεῖσα ἐφώναζεν. Εἰς τὸν χωλὸν ἐφάνη καθ᾿ ὕπνον ὅτι ἤκουε τὰς φωνὰς τῆς ἀλάλου γυναικὸς καὶ ἐξεπλάγη καὶ ἐτρόμαξεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἔτρεχεν ἀνεμποδίστως. Εἰς δὲ τὸν τυφλὸν ἐφάνη ὅτι ἥκουσε τὰς φωνὰς καὶ τὸ τρέξιμον καὶ σὰν νὰ εἶχε τὸ φῶς του ἐστράφη κατὰ τὸ μέρος ποὺ ἤρχοντο αὐτά. Αὐτὰ εἶδον ἐν ὁράματι ταυτοχρόνως καὶ οἱ τρεῖς καί, ὢ τοῦ θαύματος, ἀποτινάξαντες τὸν ὕπνον ἡ μὲν ἄλαλος γυνὴ ὡμίλει, ὁ χωλὸς περιεπάτει καὶ ὁ τυφλὸς ἔβλεπε καθαρῶς.

Τὰ παράδοξα καὶ ὑπερφυσικὰ ταῦτα θαύματα ἀκουσθέντα καὶ κοινολογηθέντα ἐκίνησαν ὅλον σχεδὸν τὸ πλῆθος τῆς πόλεως, ἵνα ἔλθωσιν εἰς θέαν αὐτῶν καὶ οὕτως ἔγιναν πασίδηλα καὶ κοινότατα, οὕτως ὥστε καὶ ὁ τότε ἀγᾶς τοῦ τόπου τὸ ἔμαθε καὶ μὴ πιστεύσας εἰς τὴν κοινὴν φήμην, ἔφερεν ἐνώπιόν του τὸν τυφλόν, τὸν χωλὸν καὶ τὴν ἄλαλον γυναίκα καὶ ἰδὼν αὐτοὺς καὶ ἐρευνήσας, ἐβεβαιώθη καὶ ὑπερεθαύμασε καὶ αὐτὸς μετὰ πάντων τῶν ἄλλων.

Οὐχὶ δὲ μόνον εἰς τοὺς μετὰ πίστεως προσερχομένους εἰς τὸν Ναόν της θαυματουργεῖ ἡ Ὁσία, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς μακρόθεν ἐπικαλουμένους τὴν αὐτῆς θείαν Χάριν καὶ Ἀντίληψιν σπεύδει παρευθὺς ὡς ἄμισθος ἰατρὸς νὰ παράσχῃ βοήθειαν.

Αὐτῆς ταῖς ἁγίαις πρεσβείαις ῥυσθείημεν ἅπαντες ἀπὸ παντὸς κινδύνου καὶ πάσης ἀσθενείας καὶ ἀξιωθείημεν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Ἀμήν.

(Κυρά, Κυρατσώ, Κερασία κατ᾿ ἐπέκταση. Ἔτσι εἶπε ὁ ἱερέας στὸν ἀνάδοχο. Ἀπὸ ἐδῶ προέρχεται τὸ ὄνομα Κερασία)

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ (18 Οκτωβρίου)


ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ

(18 Οκτωβρίου)
Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Άρθρο στην "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" της Ι. Μητροπόλεως Ναυπάκτου.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «ο ιατρός ο αγαπητός», όπως τον αποκαλεί ο Απόστολος Παύλος, είναι ο συγγραφέας του «κατά Λουκάν» Ευαγγελίου και των «Πράξεων των Αποστόλων». Καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και ανήκε στον χορό των εβδομήκοντα Αποστόλων του Χριστού. Ήταν στενός συνεργάτης του Αποστόλου Παύλου και τον συνόδευσε στις περιοδείες του στην Τρωάδα, τους Φιλίππους, από τους Φιλίππους στα Ιεροσόλυμα και από την Καισάρεια στην Ρώμη. Επίσης, ήταν μαζί του και τις δύο φορές που εκείνος φυλακίσθηκε. Μάλιστα, κατά την δεύτερη φυλάκισή του, ο Απόστολος Παύλος γράφει στην Β πρός Τιμόθεον επιστολή του ότι «Λουκάς εστι μόνος μετ’ εμού».


Ο Ευαγγελιστής Λουκάς εκήρυξε το Ευαγγέλιο στην Δαλματία, την Γαλλία και την Ιταλία. Επίσης στην Βοιωτία, καθώς και στην Αχαΐα όπου και συνέγραψε, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, το «κατά Λουκάν Ευαγγέλιον». Σύμφωνα με την παράδοση ήταν ζωγράφος και ιστόρησε την Θεοτόκο. Είχε μαρτυρικό τέλος, όπως, άλλωστε, όλοι οι Απόστολοι. Μόνον ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «ετελειώθη εν ειρήνη» και αυτό συνέβη, επειδή εβίωσε το μαρτύριο «παρά τω Σταυρώ του Ιησού».

Το λείψανο του Ευαγγελιστού Λουκά μετετέθη στον Ιερό Ναό των αγίων Αποστόλων, στην Κωνσταντινούπολη, το 357 μ. Χ. Ο βίος και η πολιτεία του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:

Πρώτον. Το να διακονή κάποιος ένα πρόσωπο που έχει δόξα και εξουσία, αυτό για την λογική του κόσμου είναι πολύ φυσικό και δικαιολογείται η όποια ταλαιπωρία και ο κόπος που ενδεχομένως καταβάλλει, επειδή περιμένει ανταπόδοση. Το να κοπιάζη όμως και να ταλαιπωρήται όταν ο διακονούμενος δεν έχη κοσμική εξουσία και επομένως δεν περιμένει να καρπωθή κάτι, και το κυριότερο να παραμένη κοντά στο πρόσωπο αυτό στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς του, αυτό υπερβαίνει την πεπτωκυία ανθρώπινη λογική, ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει το μεγαλείο της ανιδιοτελούς αγάπης. Επειδή κάθε τι που δεν συμφωνεί με την πεπτωκυία ανθρώπινη λογική δεν είναι κατ’ ανάγκην παράλογο, αλλά μπορεί να είναι και υπέρλογο, όπως είναι η αληθινή, η ανιδιοτελής αγάπη.

Κάποιος δέχθηκε σε χρονική στιγμή της ζωής του σημαντική τιμή-διάκριση και τότε γνωστό του πρόσωπο τον συνεχάρη λέγοντάς του: -Όταν αναβαίνετε, χαιρόμαστε και αναβαίνουμε και μεις μαζί σας. Και η απάντηση ήταν: -Όταν κατεβαίνω, πονάτε και κατεβαίνετε και σεις μαζί μου; Αυτή είναι η ουσία του θέματος, γιατί το πρώτο γίνεται πολύ εύκολα και ανώδυνα. Το δεύτερο είναι δύσκολο να πραγματοποιηθή, επειδή η αληθινή αγάπη δεν είναι ένα απλό συναίσθημα, αλλά θυσία και σταυρός.

Δεύτερον. Στο 24ο κεφάλαιο του «κατά Λουκάν» Ευαγγελίου ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρεται στο γεγονός της συναντήσεώς του με τον αναστάντα Χριστό, τρεις ημέρες μετά την ταφή Του. Ενώ πορευόταν στην κώμη Εμμαούς μαζί με τον Απόστολο Κλεόπα και συζητούσαν στον δρόμο λυπημένοι, για όσα συνέβησαν τις ημέρες εκείνες, τους πλησίασε ο αναστάς Κύριος και συμπορευόταν μαζί τους. Είναι γνωστά τα γεγονότα που ακολούθησαν, ότι δηλαδή τους ερμήνευσε από τις Γραφές τα γεγονότα που αναφέρονταν στα Πάθη Του και την Ανάστασή Του, ενώ οι καρδιές τους φλέγονταν. Δεν τον ανεγνώρισαν όμως. Αυτό έγινε αργότερα «εν τη κλάσει του άρτου». Δηλαδή την ώρα που ευλόγησε τον άρτο, τον μετέβαλε σε Σώμα του και τους τον προσέφερε προς βρώση. Στην πραγματικότητα Τον ανεγνώρισαν, μάλλον ο Χριστός «εγνώσθη αυτοίς», δηλαδή απεκάλυψε τον εαυτό Του σ’ αυτούς, στην θεία Λειτουργία. Και παρ’ όλο που την ίδια στιγμή έγινε άφαντος, εν τούτοις η καρδιά τους, που νωρίτερα καιγόταν, πλημμύρισε από χαρά. Γι’ αυτό και έφυγαν αμέσως πίσω στην Ιερουσαλήμ για να αναγγείλουν το χαρμόσυνο γεγονός της αναστάσεως του Χριστού στους ένδεκα μαθητές Του.

Οι καρδιές που φλέγονται από την αγάπη του Χριστού, έχουν την δυνατότητα, με τις καταλληλες προϋποθέσεις, να Τον γνωρίσουν στην θεία Λειτουργία, «εν τη κλάσει του άρτου». Δεν πρόκειται για γνωριμία συναισθηματική και ψυχολογική, αλλά υπαρξιακή και οντολογική. Ο άγιος Θεοφύλακτος, Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας, λέγει ότι όσοι μεταλαμβάνουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, εννοείται με τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ανοίγονται τα μάτια της ψυχής τους και τον γνωρίζουν, επειδή η σάρκα του Κυρίου έχει μεγάλη δύναμη και προξενεί μεγάλη χαρά. «Τοις μεταλαμβάνουσι του ευλογημένου άρτου, διανοίγονται οι οφθαλμοί εις το επιγνώναι αυτόν. Μεγάλην γαρ και άφατον δύναμιν έχει η του Κυρίου σαρξ... Ούτω γαρ εχάρησαν (οι δύο μαθηταί), ώστε αυτή τη ώρα αναστήναι και υποστρέψαι εις Ιερουσαλήμ».

Είδαμε πιο πάνω, στην συνάντηση του Χριστού με τους δύο μαθητές Του που πορεύονταν «εις Εμμαούς», ότι η ερμηνεία των θείων Γραφών προηγήθηκε της θείας Μεταλήψεως. Το ίδιο ακριβώς επαναλαμβάνεται σε κάθε θεία Λειτουργία. Προηγείται η ανάγνωση και ερμηνεία των αποστολικών και ευαγγελικών Περικοπών και ακολουθεί ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων και η θεία Κοινωνία. Και πριν από τα αναγνώσματα προηγείται η ευχή, την οποία διαβάζει μυστικώς ο ιερεύς, και δια της οποίας παρακαλεί τον Θεόν να λάμψη το θείο Του Φως στην καρδιά του και να του ανοίξη τον νουν, για να κατανοήση τα Αναγνώσματα, ούτως ώστε να μπορέση να τα ερμηνεύση και να τα μεταδώση στον λαό με τρόπο κατανοητό και κυρίως ορθόδοξο. Επίσης, παρακαλεί τον Θεό να εμφυτεύση στην ψυχή του τον θείο φόβο, για να μπορέση να καταπατήση τις σαρκικές επιθυμίες και να βιώση την πνευματική ζωή, η οποία είναι δύσκολη και χωρίς την Χάρη του Θεού ακατόρθωτη.

Η διακονία «του πλησίον», του κάθε ανθρώπου χωρίς διακρίσεις, και ιδιαιτέρως των απλών και περιφρονημένων, «των ελαχίστων», με ανιδιοτέλεια, είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που γνωρίζουν υπαρξιακά την Αυτοαγάπη, ήτοι τον Τριαδικό Θεό, αλλά σε ανάλογο βαθμό και όλων εκείνων, που αγωνίζονται να επιτύχουν τον προσωπικό τους αγιασμό.–

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Η Καλλιμασιά τιμά τον Άγιο Λάζαρο με Αγρυπνία στις 16/10/09


Η Καλλιμασιά τιμά τον Άγιο Λάζαρο με Αγρυπνία προς τιμήν του στον Ιερό Ενοριακό Ναό της Παναγίας μας. Η αγρυπνία θα αρχίσει με τον Μεγάλο Εσπερινό στις 8:30 μ.μ. αύριο Παρασκευή 16/10/2009 και θα ολοκληρωθεί στις 12:30 π.μ. (17 Οκτωβρίου - Η Εκκλησία μας τιμά την ανακομιδή και μετάθεση του ιερού λειψάνου του αγίου Λαζάρου από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία έγινε κατά το έτος 899/900 μετά από εντολή του αυτοκράτορος Λέοντος Στ΄ του Σοφού).

Στον Ιερό Ενοριακό μας Ναό βρίσκεται η εικόνα του Αγίου (αγιογραφία του Θεολόγου - Αγιογράφου Γεωργίου Πέτρου), την οποία μετέφερε τον περασμένο Οκτώβριο (2008) από τη Λάρνακα στην Καλλιμασιά, ο Εφημέριος.

Η εικόνα που είναι δωρεά προς το Ναό μας της κυρίας Μερόπης Ν. Σταμούλη έχει τοποθετηθεί σε ολόσωμο ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι και μας δίνει την αφορμή αλλά και την ιδιαίτερη χαρά και ευλογία να εορτάζουμε τον Άγιο δυο φορές το χρόνο, στις 17 Οκτωβρίου και το Σάββατο προ των Βαΐων (του Λαζάρου).
Παράλληλα στρέφουμε νοσταλγικά το νου και τη ματιά μας προς την Κύπρο, την οποία επισκεφθήκαμε για να προσκυνήσουμε στον τόπο τον οποίο εποίμανε ως Επίσκοπος ο Άγιος και Δίκαιος Λάζαρος και στον οποίο ετάφη, το αρχαίο Κίτιο, τη σημερινή Λάρνακα.
 
Το φωτογραφικό υλικό που παρατίθεται είναι από τον Ιερό Ναό του Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα της Κύπρου και ανήκει στον π. Γ. Κ.
 



 





Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Διήγησις του εν Χίω γενομένου θαύματος της Οσιομάρτυρος Παρασκευής

Τη 14η Οκτωβρίου την ανάμνησιν εορτάζομεν του παραδόξου θαύματος, όπερ ετέλεσεν εν τη νήσω της Χίου η αγία οσιομάρτυς και αθληφόρος του Χριστού Παρασκευή.


Διήγησις του εν Χίω κατά το Παλαιόκαστρον γενομένου θαύματος υπό της Οσιομάρτυρος Παρασκευής (από το Νέον Χιακόν Λειμωνάριον, Χίος 1992 έκδοσις Ζ΄, σελίδες 53 και 54)

 

Το ενοριακό παρεκκλήσιο της Αγίας Παρασκευής στην Καλλιμασιά.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Αγρυπνία Αγίου Λαζάρου την Παρασκευή 16/10/09 στην Καλλιμασιά

ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ

ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΝΑΟ
ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ




ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΤΟΥ ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΟΥ

ΕΠΙ ΤΗι ΑΝΑΚΟΜΙΔΗι ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΑΥΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2009
(ΕΣΠΕΡΑΣ)

ΩΡΑ 8:30 Μ.Μ. - 12:30 Π.Μ.

ΜΕΓΑΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΜΕΤΑ ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑΣ, ΟΡΘΡΟΣ
ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Προσκαλούνται οι ευσεβείς και φιλέορτοι χριστιανοί σε συμπροσευχή.

ΕΚ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

Παράκληση στην Αγία Παρασκευή

Την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009 ημέρα κατά την οποία η τοπική μας εκκλησία εορτάζει το θαύμα της Αγίας Παρασκευής (εν έτει 1442 από Χριστού) θα τελεστεί η Παράκληση της Αγίας στο ομώνυμο ενοριακό παρεκκλήσιό της στην Καλλιμασιά (ώρα 4μ.μ.)

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Κυριακή του Πάσχα στην Καλλιμασιά (19/4/2009)

video

Ενοριακές Μαθητικές Συντροφιές Δημοτικού και Γυμνασίου


Με ορμητήριο την φιλόξενη ενοριακή αίθουσα - Ξενώνα - ξεκίνησαν τις συνάξεις τους οι ενοριακές μαθητικές συντροφιές Δημοτικού και Γυμνασίου.
Οι συνάξεις που έχουν σκοπό την Ορθόδοξη πνευματική αγωγή των παιδιών γίνονται κάθε Κυριακή 11π.μ. - 12μ. για το Γυμνάσιο και 12μ. - 1μ.μ για τα παιδιά του Δημοτικού.
Την ευθύνη των συνάξεων και της ορθόδοξης χριστιανικής αγωγής έχουν ο εφημέριος και υπεύθυνος νεότητας π. Γεώργιος Κωνσταντίνου και ο θεολόγος κ. Κώστας Γ. Καρατζάς.
Στο πρόγραμμα των συνάξεων περιλαμβάνονται παιδαγωγικές επισκέψεις στους λατρευτικούς ιερούς χώρους της Καλλιμασιάς (Ενοριακό Ναό, Μοναστήρι, Παρεκκλήσια, Εξωκκλήσια).

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Κύκλος μελέτης Αγίας Γραφής


Την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009 και ώρα 5 το απόγευμα ξεκινούν οι συναντήσεις του Κύκλου Μελέτης Αγίας Γραφής της ενορίας μας για την περίοδο 2009 - 2010.
Η έναρξη των συναντήσεων θα γίνει με τον καθιερωμένο Αγιασμό που θα τελέσει ο εφημέριος, π. Γεώργιος.
Οι συναντήσεις θα γίνονται στον Ιερό Ενοριακό Ναό της Παναγίας κάθε Τετάρτη.
Του κύκλου μελέτης προΐσταται η συνταξιούχος δασκάλα κ. Δέσποινα Τσιμπή - Βαβυλουσάκη, η οποία και φέτος με ιεραποστολικό ζήλο συνεχίζει την μακρόχρονη προσφορά της.

Κανονισμός λειτουργίας Ιδρύματος "Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής"





Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Πρόγραμμα ακολουθιών μηνός Οκτωβρίου 2009


Κανονισμός λειτουργίας Τράπεζας Αίματος Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιμασιάς

Κανονισμός λειτουργίας Τράπεζας Αίματος Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιμασιάς
(Εσωτερικός Κανονισμός λειτουργίας Τμήματος Αιμοδοσίας Ιδρύματος Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής)


Άρθρο 1

Δημιουργείται από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιμασιάς της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου «Τράπεζα Αίματος» με σκοπό τη διάδοση της ιδέας της εθελοντικής αιμοδοσίας μεταξύ των ενοριτών και την κάλυψη των αναγκών σε αίμα, των μελών της, των συγγενών τους και εφόσον υπάρχει η δυνατότητα όλων των ενοριτών.

Άρθρο 2

Η επωνυμία της Τράπεζας είναι: «Τράπεζα Αίματος Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιμασιάς Χίου» με έδρα την Καλλιμασιά Χίου.

Άρθρο 3

Μέλη της Τράπεζας Αίματος είναι όσοι από τους ενορίτες μπορούν και επιθυμούν να προσφέρουν αίμα και κάθε άλλος πολίτης που το επιθυμεί.

Άρθρο 4

Δικαίωμα λήψης αίματος έχουν οι εθελοντές αιμοδότες, οι σύζυγοι, τα παιδιά, οι γονείς και τα αδέλφια τους.

Άρθρο 5

Την Τράπεζα Αίματος διαχειρίζεται τριμελής επιτροπή, η οποία ορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής..

Άρθρον 6

Οργανωτική δομή της Αιμοδοσίας – Διαχείριση του Αίματος

1. Το έργο της Αιμοδοσίας εκτελείται με ευθύνη της τριμελούς επιτροπής που θα συνεργάζεται με τις υπηρεσίες Αιμοδοσίας των Κρατικών Νοσοκομείων.

2. Οι εθελοντές αιμοδότες θα προσφέρουν το αίμα τους στην Υπηρεσία Αιμοδοσίας του Σκυλίτσειου Γ. Ν. Ν. Χίου ή σε οποιοδήποτε άλλο Κρατικό Νοσοκομείο μετά από συνεννόηση με την τριμελή επιτροπή και οι εκάστοτε χορηγούμενες ποσότητες αίματος θα κατατίθενται για λογαριασμό της Τράπεζας Αίματος της ενορίας μας.

3. Στον εθελοντή αιμοδότη η Υπηρεσία Αιμοδοσίας του Σ. Γ. Ν. Ν. Χίου ή του όποιου άλλου Κρατικού Νοσοκομείου θα χορηγεί βεβαίωση, στην οποία θα αναγράφεται η ποσότητα αίματος, που έδωσε και σύμφωνα με την οποία θα ενημερώνεται το σχετικό Βιβλίο Κίνησης Αίματος και η ατομική του μερίδα. Θα του χορηγείται ωσαύτως και βεβαίωση, την οποία θα μπορεί να προσκομίζει στην Υπηρεσία του για τη λήψη της ειδικής αδείας, όπου αυτή προβλέπεται.

4. Αιμοδότης θεωρείται εκείνος, ο οποίος προσφέρει αίμα μία τουλάχιστον φορά κατ’ έτος, εκτός και αν συντρέχουν λόγοι υγείας για τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής.

5. Ο ενδιαφερόμενος αιμοδότης και κάθε μέλος της Τράπεζας Αίματος απαραίτητα πρέπει να λαμβάνει από το Νοσοκομείο, στο οποίο νοσηλεύεται ο ίδιος ή μέλος της οικογενείας του ιατρική βεβαίωση, στην οποία θα αναγράφεται η ποσότητα αίματος που χρειάζεται για την περίπτωσή του και την οποία θα προσκομίζει στην αρμοδία επιτροπή.

6. Η τριμελής επιτροπή σύμφωνα με τη βεβαίωση αυτή θα αποφασίζει για την χορήγηση αίματος. Η παραπάνω απόφαση επισημοποιείται με την έκδοση της Εντολής Παροχής Αίματος προς το Σταθμό Αιμοδοσίας, όπου το αίμα είναι πιστωμένο, και στην οποία αναφέρεται το όνομα του καλυπτομένου αρρώστου και ο αριθμός των παρεχομένων μονάδων αίματος.

7. Η Τράπεζα Αίματος έχει την υποχρέωση ανάλογα με τις δυνατότητές της να χορηγεί αίμα σε όλους τους εθελοντές αιμοδότες και τους λοιπούς, κατά τα ανωτέρω, συγγενείς τους. Ακόμη κατά την κρίση της αρμοδίας επιτροπής μπορεί να χορηγεί αίμα και σε άλλα πρόσωπα της ενορίας, ιδίως όταν αυτά είναι υπερήλικες, άποροι και δεν έχουν συγγενικά πρόσωπα.

8. Σε κάθε περίπτωση η ποσότητα αίματος, που θα χορηγείται, θα εξαρτάται από τα υπάρχοντα αποθέματα. Γενικότερος σκοπός είναι να εξυπηρετούνται όλοι οι έχοντες ανάγκη ενορίτες. Αυτό βέβαια θα είναι δυνατόν μόνο όταν υπάρχει επάρκεια εθελοντικού αίματος.

9. Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, θα μπορεί να προσφερθεί ορισμένη ποσότητα αίματος και εκτός των ορίων της ενορίας, μόνο με ομόφωνη και αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής.. κατόπιν σχετικής εισήγησης της επιτροπής.

10. Οποιοδήποτε έγγραφο εκδίδεται για παροχή αίματος, θα χαρακτηρίζεται ως απόρρητο.

11. Η τριμελής επιτροπή για τη σωστή παρακολούθηση της ποσότητας αίματος, που θα διαχειρίζεται θα τηρεί, Βιβλίο Κίνησης Εθελοντικού Αίματος, Μητρώο Εθελοντών Αιμοδοτών και διπλότυπο Εντολών Παροχής Αίματος.

Άρθρο 7

1) Για κάθε θέμα, που δεν ρυθμίζεται από τον παρόντα Κανονισμό, αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής.. ύστερα από εισήγηση της τριμελούς επιτροπής

2) Η δημιουργούμενη Τράπεζα Αίματος θα ενταχθεί μελλοντικά στο προβλεπόμενο να συσταθεί στην ενορία μας Εκκλησιαστικό Ίδρυμα σαν Τμήμα της δραστηριότητάς του και ο παρών Κανονισμός λειτουργίας της θα ενσωματωθεί στο σχετικό Κανονισμό λειτουργίας του Ιδρύματος.

Η ιδρυτική πράξη της Τράπεζας Αίματος και η έγκριση της Ιεράς Μητροπόλεως

Πρακτικό Νο 9

Στην Καλλιμασιά και στο γραφείο του Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου σήμερα 25 Απριλίου 1998 ημέρα της εβδομάδος Σάββατο και ώρα 5 μ.μ.. συνεδρίασε το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού μετά από πρόσκληση του Προέδρου του, Αιδεσιμωτάτου Οικονόμου Γεωργίου Κωνσταντίνου, παρόντων όλων των μελών του, Νικολάου Κ. Αργυρούδη, Ιωάννου Π. Κοντοποδιά, Κωνσταντίνου Βούκουνα και Eλπιδοφόρου Μίχαλου με αποκλειστικό θέμα: «Δημιουργία Τράπεζας Αίματος του Ιερού μας Ναού και σύνταξη του Κανονισμού λειτουργίας της».

Ο Αιδεσιμ. Πρόεδρος αφού πήρε το λόγο λέγει ότι: «Σ’ όλους μας είναι γνωστή η ανάγκη ύπαρξης αποθέματος αίματος λόγω της μεγάλης ζήτησης εκ των ασθενούντων συνανθρώπων μας. Συμμετέχοντας στην προσπάθεια εξεύρεσης αίματος σε ενοριακό επίπεδο για ασθενείς διαπίστωσα με ευχαρίστηση ότι υπάρχουν αρκετοί ενορίτες πρόθυμοι να προσφέρουν αίμα. Υπάρχει όμως ανάγκη συντονισμού αυτής της προσφοράς και εφαρμογής ενός προγράμματος έτσι ώστε σε κάθε περίπτωση να καλύπτονται οι ανάγκες σε αίμα ενοριτών και άλλων, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα Επίσης, εκ της ενασχολήσεώς μου με το θέμα, διαπίστωσα ότι αυξάνει καθημερινά ο αριθμός εκείνων που οικειοθελώς δηλώνουν ότι επιθυμούν να εγγραφούν σε ένα πίνακα αιμοδοτών. Έχοντας υπ’ όψιν όλα αυτά προτείνω να συστήσουμε στην ενορία μας Τράπεζα Αίματος, που θα συνεργάζεται με την Υπηρεσία Αιμοδοσίας του Σκυλίτσειου Γ.Ν.Ν.Χίου ή οποιουδήποτε άλλου Κρατικού Νοσοκομείου και να συντάξουμε τον σχετικό κανονισμό».

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο αφού άκουσε την εισήγηση του Προέδρου και συζήτησε επί του θέματος, ομόφωνα αποφασίζει τη δημιουργία Τράπεζας Αίματος και συντάσσει τον ακόλουθο Κανονισμό λειτουργίας της:

Κανονισμός λειτουργίας Τράπεζας Αίματος Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιμασιάς.

Άρθρο 1

Δημιουργείται από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιμασιάς της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου «Τράπεζα Αίματος» με σκοπό τη διάδοση της ιδέας της εθελοντικής αιμοδοσίας μεταξύ των ενοριτών και την κάλυψη των αναγκών σε αίμα, των μελών της, των συγγενών τους και εφόσον υπάρχει η δυνατότητα όλων των ενοριτών.

Άρθρο 2

Η επωνυμία της Τράπεζας είναι: «Τράπεζα Αίματος Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιμασιάς Χίου» με έδρα την Καλλιμασιά Χίου.

Άρθρο 3

Μέλη της Τράπεζας Αίματος είναι όσοι από τους ενορίτες μπορούν και επιθυμούν να προσφέρουν αίμα και κάθε άλλος πολίτης που το επιθυμεί.

Άρθρο 4

Δικαίωμα λήψης αίματος έχουν οι εθελοντές αιμοδότες, οι σύζυγοι, τα παιδιά, οι γονείς και τα αδέλφια τους.

Άρθρο 5

Την Τράπεζα Αίματος διαχειρίζεται τριμελής επιτροπή, η οποία ορίζεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο.

Άρθρον 6

Οργανωτική δομή της Αιμοδοσίας – Διαχείριση του Αίματος.

1) Το έργο της Αιμοδοσίας εκτελείται με ευθύνη της τριμελούς επιτροπής που θα συνεργάζεται με τις υπηρεσίες Αιμοδοσίας των Κρατικών Νοσοκομείων.

2) Οι εθελοντές αιμοδότες θα προσφέρουν το αίμα τους στην Υπηρεσία Αιμοδοσίας του Σκυλίτσειου Γ. Ν. Ν. Χίου ή σε οποιοδήποτε άλλο Κρατικό Νοσοκομείο μετά από συνεννόηση με την τριμελή επιτροπή και οι εκάστοτε χορηγούμενες ποσότητες αίματος θα κατατίθενται για λογαριασμό της Τράπεζας Αίματος της ενορίας μας.

3) Στον εθελοντή αιμοδότη η Υπηρεσία Αιμοδοσίας του Σ. Γ. Ν. Ν. Χίου ή του όποιου άλλου Κρατικού Νοσοκομείου θα χορηγεί βεβαίωση, στην οποία θα αναγράφεται η ποσότητα αίματος, που έδωσε και σύμφωνα με την οποία θα ενημερώνεται το σχετικό Βιβλίο Κίνησης Αίματος και η ατομική του μερίδα. Θα του χορηγείται ωσαύτως και βεβαίωση, την οποία θα μπορεί να προσκομίζει στην Υπηρεσία του για τη λήψη της ειδικής αδείας, όπου αυτή προβλέπεται.

4) Αιμοδότης θεωρείται εκείνος, ο οποίος προσφέρει αίμα μία τουλάχιστον φορά κατ’ έτος, εκτός και αν συντρέχουν λόγοι υγείας για τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής.

5) Ο ενδιαφερόμενος αιμοδότης και κάθε μέλος της Τράπεζας Αίματος απαραίτητα πρέπει να λαμβάνει από το Νοσοκομείο, στο οποίο νοσηλεύεται ο ίδιος ή μέλος της οικογενείας του ιατρική βεβαίωση, στην οποία θα αναγράφεται η ποσότητα αίματος που χρειάζεται για την περίπτωσή του και την οποία θα προσκομίζει στην αρμοδία επιτροπή.

6) Η τριμελής επιτροπή σύμφωνα με τη βεβαίωση αυτή θα αποφασίζει για την χορήγηση αίματος. Η παραπάνω απόφαση επισημοποιείται με την έκδοση της Εντολής Παροχής Αίματος προς το Σταθμό Αιμοδοσίας, όπου το αίμα είναι πιστωμένο, και στην οποία αναφέρεται το όνομα του καλυπτομένου αρρώστου και ο αριθμός των παρεχομένων μονάδων αίματος.

7) Η Τράπεζα Αίματος έχει την υποχρέωση ανάλογα με τις δυνατότητές της να χορηγεί αίμα σε όλους τους εθελοντές αιμοδότες και τους λοιπούς, κατά τα ανωτέρω, συγγενείς τους. Ακόμη κατά την κρίση της αρμοδίας επιτροπής μπορεί να χορηγεί αίμα και σε άλλα πρόσωπα της ενορίας, ιδίως όταν αυτά είναι υπερήλικες, άποροι και δεν έχουν συγγενικά πρόσωπα.

8) Σε κάθε περίπτωση η ποσότητα αίματος, που θα χορηγείται, θα εξαρτάται από τα υπάρχοντα αποθέματα. Γενικότερος σκοπός είναι να εξυπηρετούνται όλοι οι έχοντες ανάγκη ενορίτες. Αυτό βέβαια θα είναι δυνατόν μόνο όταν υπάρχει επάρκεια εθελοντικού αίματος.

9) Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, θα μπορεί να προσφερθεί ορισμένη ποσότητα αίματος και εκτός των ορίων της ενορίας, μόνο με ομόφωνη και αιτιολογημένη απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου κατόπιν σχετικής εισήγησης της επιτροπής.

10) Οποιοδήποτε έγγραφο εκδίδεται για παροχή αίματος, θα χαρακτηρίζεται ως απόρρητο.

11) Η τριμελής επιτροπή για τη σωστή παρακολούθηση της ποσότητας αίματος, που θα διαχειρίζεται θα τηρεί, Βιβλίο Κίνησης Εθελοντικού Αίματος, Μητρώο Εθελοντών Αιμοδοτών και διπλότυπο Εντολών Παροχής Αίματος.

Άρθρο 7

1) Για κάθε θέμα, που δεν ρυθμίζεται από τον παρόντα Κανονισμό, αποφασίζει το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ύστερα από εισήγηση της τριμελούς επιτροπής.

2) Η δημιουργούμενη Τράπεζα Αίματος θα ενταχθεί μελλοντικά στο προβλεπόμενο να συσταθεί στην ενορία μας Εκκλησιαστικό Ίδρυμα σαν Τμήμα της δραστηριότητάς του και ο παρών Κανονισμός λειτουργίας της θα ενσωματωθεί στο σχετικό Κανονισμό λειτουργίας του Ιδρύματος.

Επειδή δεν υπάρχει άλλο θέμα για συζήτηση λύεται η συνεδρίαση.

Το παρόν Πρακτικό συντάχθηκε, βεβαιώθηκε και υπογράφεται ως ακολούθως:

         Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                      ΤΑ ΜΕΛΗ

                                                                       ΝΙΚΟΛΑΟΣ Κ. ΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ

            ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ                                ΙΩΑΝΝΗΣ Π. ΚΟΝΤΟΠΟΔΙΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ           ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΥΚΟΥΝΑΣ

                                                                      ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΣ ΜΙΧΑΛΟΣ